Λογαριασμός Σχεδίου Λογαριασμών 2390504001 – ΚΑΕ 0892

ΜΕΙΖΟΝΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΔΑΠΑΝΗΣ 0003 Καταναλωτικές και σύνθετες δαπάνες
ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΔΑΠΑΝΗΣ 0800 Πληρωμές για λοιπές υπηρεσίες
ΥΠΟΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΔΑΠΑΝΗΣ 0890 Διάφορες αποζημιώσεις
ΚΩΔΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ ΕΞΟΔΟΥ 0892
ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΚΑΕ Πάσης φύσεως δαπάνες σε εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων ή συμβιβαστικών πράξεων
Α. Διατάξεις Νόμων, Διαταγμάτων, Υπουργικών Αποφάσεων κ.λπ.
  • Άρθρο 95 παρ. 5 του Συντάγματος
  • Άρθρο 94 παρ. 4 του Συντάγματος
  • N. 4607/2019 (ΦΕΚ Α’ 65) άρθρο 45 «Ι. Κύρωση της Συμφωνίας για την Ασιατική Τράπεζα Υποδομών και Επενδύσεων, ΙΙ. Εναρμόνιση του Κώδικα Φ.Π.Α. με την Οδηγία (ΕΕ) 2016/1065, ΙΙΙ. Ενσωμάτωση των σημείων 1, 2, 4 και 5 του άρθρου 2 και των άρθρων 4, 6, 7 και 8 της Οδηγίας 1164/2016, ΙV.  Τροποποίηση του ν. 2971/2001 και άλλες διατάξεις»
  • Ν. 3068/12.11.2002 (ΦΕΚ Α’ 274/14-11-2002) «Συμμόρφωση της Διοίκησης προς τις δικαστικές αποφάσεις, προαγωγή των δικαστών των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων στο βαθμό του συμβούλου Επικρατείας και άλλες διατάξεις.», όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει
  • Ν. 2717/1999 Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας, όπως ισχύει
  • Άρθρα 904 επ. ΚΠολΔ
  • Π.Δ 18/1989 άρθρο 50 παρ. 4 (ΦΕΚ Α’ 8) «Κωδικοποίηση των νόμων για το ΣτΕ»
  • Άρθρο 38, Ν. 1473/1984 (ΦΕΚ Α’ 127) «Μεταρρυθμίσεις στην άμεση και έμμεση φορολογία και άλλες διατάξεις», όπως έχει αντικατασταθεί από το άρθρο 3 του ν. 2120/1993 (ΦΕΚ Α’ 24)
  • Αριθμ. 2/55763/0026/17.07.2013 (ΑΔΑ:ΒΕΥΤΗ-Ε33, ΦΕΚ Β’ 215) Απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών «Καθορισμός διαδικασίας και δικαιολογητικών για την πληρωμή δαπανών τόκων επί επιστρεφόμενων εσόδων που έχουν εισπραχθεί αχρεώστητα»
Β. Γενικές αναφορές

Την πίστωση του ανωτέρω ΚΑΕ βαρύνουν οι δαπάνες που απορρέουν από την εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων και αφορούν:

α) στην αναδρομική καταβολή διαφορών από οποιαδήποτε αιτία που βαρύνει τον κρατικό προϋπολογισμό, πλην της αναδρομικής καταβολής μισθολογικών παροχών (αποδοχών, επιδομάτων κ.λπ.) των μονίμων υπαλλήλων καθώς και των υπαλλήλων ΙΔΑΧ, που βαρύνουν τον ΚΑΕ 0288,

β) οι δαπάνες επιδικασθέντων τόκων συμπεριλαμβανομένων και των τόκων επί επιστρεφόμενων εσόδων που έχουν εισπραχθεί αχρεώστητα.

Η υποχρέωση της Διοίκησης να συμμορφώνεται προς το περιεχόμενο των δικαστικών αποφάσεων αποτελεί συνταγματική επιταγή και κατοχυρώνεται ρητά στο άρθρο 95 παρ. 5 του Συντάγματος.

Γ. Απαιτούμενα δικαιολογητικά εκκαθάρισης

Γενικά για την πληρωμή δαπανών σε εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων

  • Ανάληψη υποχρέωσης.[1]
  • Κατάσταση δαπάνης.
  • Δικαστική απόφαση νομίμως επικυρωμένη.
  • Βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου από την οποία να προκύπτει ότι η ανωτέρω απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη και εάν έχουν ασκηθεί ένδικα μέσα.
  • Το αποδεικτικό επίδοσης της αγωγής (όταν επιδικάζονται τόκοι).
  • Εγγυητική επιστολή (όταν απαιτείται).
  • Προκειμένου περί Συμβάσεων Έργων, Μελετών, Προμηθειών, Υπηρεσιών τιμολόγιο πώλησης ή παροχής υπηρεσιών.
  • Κάθε άλλο δικαιολογητικό που προκύπτει από την φύση της επιδικαζόμενης απαίτησης.

Ειδικά για την πληρωμή δαπανών τόκων επί επιστρεφόμενων εσόδων που έχουν εισπραχθεί αχρεώστητα

  • Αντίγραφο απόφασης του αρμοδίου, για την ανάληψη της σχετικής υποχρέωσης, οργάνου.
  • Κατάσταση πληρωμής δαπάνης σε δύο (2) αντίτυπα που περιλαμβάνει : i) το Φορέα/Ειδικό Φορέα/Κ.Α.Ε., ii) το οικονομικό έτος, τον προϋπολογισμό του οποίου βαρύνει η δαπάνη, iii) τα στοιχεία του δικαιούχου [ονοματεπώνυμο, πατρώνυμο, ταχυδρομική δ/νση Αριθμό Φορολογικού Μητρώου (ΑΦΜ), αριθμό τραπεζικού λογαριασμού σε μορφή IBAN], iv) το δικαιούμενο ποσό, v) τις σχετικές κρατήσεις, vi) το καθαρό πληρωτέο ποσό και vii) την αρμόδια Δ.Ο.Υ. Η ανωτέρω κατάσταση θεωρείται από τον Προϊστάμενο της Δ/νσης Οικονομικής Διαχείρισης της Γενικής Δ/νσης Οικονομικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονομικών.
  • Κατάσταση εκκαθάρισης και πληρωμής τόκου (παρ. 2 αριθ. 1089911/7087/- 19/0016/1994 Α.Υ.Ο.).
  • Αντίγραφο της σχετικής καταψηφιστικής δικαστικής απόφασης και αποδεικτικό κοινοποίησης αυτής ή αντίγραφο της σχετικής φορολογικής δήλωσης, στην οποία θα αναγράφεται η ημερομηνία υποβολής αυτής ή αντίγραφο του εκκαθαριστικού σημειώματος, κατά περίπτωση.
  • Αντίγραφο του σχετικού Α.Φ.Ε.Κ., όπου προβλέπεται.
Δ. Κρατήσεις

Για οφειλές από συμβάσεις Έργων, Μελετών, Προμηθειών, Υπηρεσιών:

  1. Κρατήσεις υπέρ τρίτων ανάλογα με τη φύση και το χρόνο σύναψης της σύμβασης.
  2. Παρακράτηση φόρου ανάλογα με το είδος της σύμβασης (άρθρο 64 Ν. 4172/2013).
  3. Όταν καταβάλλονται τόκοι: παρακράτηση φόρου 15% (άρθρο 64 περιπτ. β ν. 4172/2013).
  4. Χαρτόσημο 3% συν ΟΓΑ 20% (Δ.ΤΕΦ Α’ Δ/ΤΕΦ/Α/1108579/24.7.2012 έγγραφο του Υπουργείου Οικονομικών).

Όταν καταβάλλονται τόκοι υπερημερίας:

  • Παρακράτηση φόρου 15% (άρθρο 64 περιπτ. β ν. 4172/2013).
  •  Χαρτόσημο 3% συν ΟΓΑ 20% (Δ.ΤΕΦ Α’ Δ/ΤΕΦ/Α/1108579/24.7.2012 έγγραφο του Υπουργείου Οικονομικών)

Η κύρια οφειλή δεν υπάγεται σε τέλος χαρτοσήμου (Εγκ .Υπ .Οικον. 1016459/267/2002)

Ε. Επισημάνσεις
  • Με τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 4 και 95 παρ. 5 του Συντάγματος κατοχυρώθηκε ρητώς η δυνατότητα αναγκαστικής εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων κατά του Δημοσίου, Ο.Τ.Α και Ν.Π.Δ.Δ καθώς και η υποχρέωση της Διοίκησης να συμμορφώνεται προς το περιεχόμενο των δικαστικών αποφάσεων.
  • Η ως άνω συνταγματική υποχρέωση εξειδικεύεται στον εκτελεστικό των ως άνω συνταγματικών διατάξεων Νόμο 3068/2002 ως εξής: «Το Δημόσιο, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και τα λοιπά πρόσωπα δημοσίου δικαίου έχουν υποχρέωση να συμμορφώνονται χωρίς καθυστέρηση προς τις δικαστικές αποφάσεις και να προβαίνουν σε όλες τις ενέργειες που επιβάλλονται για την εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής και για την εκτέλεση των αποφάσεων.»
  • Η τήρηση της εν λόγω υποχρέωσης της Διοίκησης ελέγχεται από τα οικεία Τριμελή Δικαστικά Συμβούλια Συμμόρφωσης, ενώ συγχρόνως προβλέπονται κυρώσεις κατά των υπευθύνων οργάνων της Διοίκησης. Ειδικότερα προβλέπεται ότι η  μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων που προβλέπονται στο Κεφάλαιο Α΄ του νόμου 3068/2002 ή η προτροπή σε μη εκπλήρωση συνιστά ιδιαίτερο πειθαρχικό παράπτωμα για κάθε αρμόδιο υπάλληλο.
  • Δικαστικές αποφάσεις κατά την έννοια του νόμου είναι όλες οι αποφάσεις των διοικητικών, πολιτικών, ποινικών και ειδικών δικαστηρίων που παράγουν υποχρέωση συμμόρφωσης ή είναι εκτελεστές κατά τις οικείες δικονομικές διατάξεις και τους όρους που κάθε απόφαση τάσσει (εδάφιο β, άρθρου 1 Ν. 3068/2002). Σύμφωνα με το άρθρο 904 του Κ.Πολ.Δ. εκτελεστοί τίτλοι είναι οι τελεσίδικες αποφάσεις καθώς και οι αποφάσεις κάθε ελληνικού και αλλοδαπού δικαστηρίου που κηρύχθηκαν προσωρινά εκτελεστές.
  • Δεν είναι δικαστικές αποφάσεις κατά την έννοια της προαναφερθείσας διάταξης  και δεν εκτελούνται οι εκτελεστοί τίτλοι που αναφέρονται στις περιπτώσεις των εδαφίων γ’ – ζ’ της παρ. 2 του άρθρου 904 Κ.Πολ.Δ. πλην των κηρυχθεισών εκτελεστών αλλοδαπών δικαστικών αποφάσεων (εδάφιο γ’, άρθρου 1 Ν. 3068/2002).
  • Η διάταξη του τρίτου εδαφίου του άρθρου 1 του Ν. 3068/2002 δεν εφαρμόζεται όσον αφορά στις εμπορικές συναλλαγές, κατά την έννοια της υποπαραγράφου Ζ3 του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013 (Α’ 107)[2], του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α.Α., των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ. και των Ν.Π.Ι.Δ. του ευρύτερου δημόσιου τομέα που ανήκουν εξ ολοκλήρου στο Δημόσιο. Η ισχύς της διάταξης αυτής αρχίζει από 1-7-2014 και καταλαμβάνει απαιτήσεις από εμπορικές συναλλαγές της ανωτέρω περίπτωσης που γεννήθηκαν από 16-3-2013 και εξής.
  • Υποχρέωση για το Δημόσιο να προβεί στην εκτέλεση μιας δικαστικής απόφασης δημιουργείται όταν αυτή τελεσιδικήσει[3]. Τελεσίδικες ορίζονται εκείνες οι οριστικές αποφάσεις οι οποίες δεν υπόκεινται σε ανακοπή ερημοδικίας και έφεση. Οι αποφάσεις αυτές δεν υπόκεινται σε αυτά τα ένδικα μέσα είτε επειδή αυτά ασκήθηκαν και απορρίφθηκανείτε επειδή παρήλθε άπρακτη η προθεσμία για την άσκησή τους, είτε επειδή οι διάδικοι παραιτήθηκαν από αυτά. Επιπλέον, ανάλογη υποχρέωση (εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης) δημιουργείται όταν το επιδικασθέν ποσό δεν υπερβαίνει τα όρια του άρθρου 92 του ν.2717/1999, σύμφωνα με το οποίο:
    • Δεν υπόκεινται σε έφεση οι αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων που αφορούν σε χρηματικές διαφορές, αν το αντικείμενό τους δεν υπερβαίνει το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ. Προκειμένου για απαιτήσεις αμέσως ή εμμέσως ασφαλισμένων κατά των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης, καθώς και για απαιτήσεις για κάθε είδους αποδοχές του προσωπικού γενικώς του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτης και δεύτερης βαθμίδας και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, το ανωτέρω όριο ορίζεται στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.[4]
  • Στον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας προβλέπεται η άσκηση της αγωγής είτε ως καταψηφιστικής είτε ως αναγνωριστικής, αναλόγως του εάν το αίτημα αποβλέπει στην καταδίκη του εναγομένου Δημοσίου ή ν.π.δ.δ στην οφειλόμενη παροχή, είτε στην απλή αναγνώριση της οφειλής της σχετικής παροχής. Σύμφωνα με το άρθρο 197 παρ. 1 του Κ.Δ.Δ με δύναμη δεδικασμένου εξοπλίζεται κάθε τελεσίδικη απόφαση που εκδίδεται επί αγωγής είτε πρόκειται για αναγνωριστική είτε για καταψηφιστική.
  • Όμως μόνο η απόφαση που εκδίδεται επί καταψηφιστικής αγωγής (τελεσίδικη, ανέκκλητη ή προσωρινώς εκτελεστή) συνιστά εκτελεστό τίτλο, κατά το άρθρο 904 Κ.Πολ.Δ, προκειμένου ο ασκήσας την καταψηφιστική αγωγή να προβεί σε αναγκαστική εκτέλεση κατά του Δημοσίου[5].

Συνεπώς: Η υποχρέωση της Διοίκησης να συμμορφώνεται προς τις δικαστικές αποφάσεις καταλαμβάνει και τις τελεσίδικες αναγνωριστικές αποφάσεις και όχι μόνο τις καταψηφιστικές, οι οποίες σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, παρέχουν επιπροσθέτως τη δυνατότητα αναγκαστικής εκτέλεσης, ως εκτελεστοί τίτλοι[6].

  • Η Διοίκηση υποχρεούται σε άμεση συμμόρφωση με το περιεχόμενο δικαστικής απόφασης, με την οποία ακυρώθηκε παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας, (ακυρωτική απόφαση) καθώς δεν χωρεί αναστολή εκτέλεσής της.
  • Οι διοικητικές αρχές, σε εκτέλεση της υποχρέωσής τους κατά το άρθρο 95 παρ. 5 του Συντάγματος πρέπει να συμμορφώνονται, κατά περίπτωση, με θετική ενέργεια προς το περιεχόμενο της απόφασης του ΣτΕ ή να απέχουν από κάθε ενέργεια που είναι αντίθετη προς όσα κρίθηκαν από αυτό. Ο παραβάτης, εκτός από τη δίωξη κατά το άρθρο 259 του Ποινικού Κώδικα υπέχει και προσωπική ευθύνη προς αποζημίωση.
  • Η απόφαση που δέχεται την αίτηση ακύρωσης, απαγγέλλει την ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης και συνεπάγεται νόμιμη κατάργησή της έναντι όλων, είτε πρόκειται για κανονιστική είτε για ατομική πράξη.[7]
  • Η Διοίκηση συμμορφούμενη προς ακυρωτική απόφαση του Σ.Τ.Ε. ή του Διοικητικού Εφετείου, αν πρόκειται περί απόφασης του τελευταίου, που εκδόθηκε κατά την ενάσκηση της ακυρωτικής του αρμοδιότητας, υποχρεούται όχι μόνο να θεωρήσει ανίσχυρη και μη υφιστάμενη στο νομικό κόσμο την ακυρωθείσα διοικητική πράξη, αλλά και να προβεί σε θετικές ενέργειες για την αναμόρφωση των νομικών καταστάσεων οι οποίες δημιουργήθηκαν στο μεταξύ βάση της παραπάνω πράξης, ανακαλώντας ή τροποποιώντας τις σχετικές στο μεταξύ εκδοθείσες πράξεις ή εκδίδοντας άλλες με αναδρομική ισχύ, εφόσον συντρέχει περίπτωση, με σκοπό την αποκατάσταση των πραγμάτων στη θέση την οποία αυτά θα βρίσκονταν, αν εξαρχής δεν είχε εκδοθεί η ακυρωθείσα πράξη και χωρίς δέσμευση από το χρόνο που διέδραμε.
  • Χρηματική απαίτηση που έχει βεβαιωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, υπόκειται σε πενταετή παραγραφή, η οποία αρχίζει από την τελεσιδικία (παρ. 6 άρθρο 140 Ν 4270/2014). Σε περίπτωση που η τελεσιδικία προκύπτει από απόφαση δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η παραγραφή αρχίζει από τη δημοσίευση της εν λόγω δικαστικής απόφασης, ανεξαρτήτως του χρόνου κοινοποίησης αυτής στους διαδίκους.

Η Εγγυοδοσία ως Προϋπόθεση εκτέλεσης τελεσίδικης απόφασης.

(άρθρο 4 Ν. 3068/2002, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει)

  • Η εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων ή άλλων εκτελεστών τίτλων, που υπόκεινται σε ένδικα μέσα ή βοηθήματα και από τους οποίους απορρέει χρηματική υποχρέωση του Δημοσίου, διενεργείται ύστερα από προσκόμιση εκ μέρους του δικαιούχου ισόποσης εγγυητικής επιστολής Τραπέζης.
  • Το δικαστήριο, που εξέδωσε την εκτελεστή απόφαση ή το δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η εκδίκαση του ενδίκου βοηθήματος, μπορεί, κατόπιν σχετικού αιτήματος, αναλόγως της φερεγγυότητας του δικαιούχου ή των λοιπών εγγυήσεων που προσφέρει ή κρίνονται αναγκαίες να μειώσει το ύψος της εγγυητικής επιστολής μέχρι του ενός δευτέρου.
  • Αν η άσκηση του ενδίκου βοηθήματος δεν υπόκειται σε χρονικό περιορισμό ο εκτελεστός τίτλος μπορεί να εκτελεσθεί χωρίς εγγύηση, μετά την άπρακτη πάροδο 90 ημερών από την επίδοσή του.
  • Η εγγυητική επιστολή εκδίδεται υπέρ της υπηρεσίας, που είναι αρμόδια για την καταβολή, και επιστρέφεται μετά από την προσκόμιση πιστοποιητικού αμετάκλητης, υπέρ του αντιδίκου του υπόχρεου, επίλυσης της διαφοράς ή της μη ασκήσεως ενδίκου μέσου ή βοηθήματος μέσα στην προθεσμία που προβλέπεται από το νόμο.
  • Η  υποχρέωση για προσκόμιση εγγυητικής επιστολής προκειμένου να εκτελεσθεί η δικαστική απόφαση δεν ισχύει για τις απαιτήσεις εργαζομένων, με δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου σχέση εργασίας, οι οποίες προέρχονται από την εργασιακή τους σχέση.

Επιπλέον, βλ. και σχετικά έγγραφα 2/40923α/0026/13-6-2012[8], 2/40923β/0026/14-6-2012.[9], & 2/40923/0026/28-5-2012[10] Δ26ης ΓΛΚ.

Δεν απαιτείται η προσκόμιση εγγυητικής επιστολής:

  • Όταν το δημόσιο υποχρεώνεται να απασχολεί προσωρινά εργαζόμενους με απόφαση ασφαλιστικών μέτρων ή με προσωρινή διαταγή.
  • Για τις απαιτήσεις εργαζομένων, με δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου σχέση εργασίας, οι οποίες προέρχονται από την εργασιακή τους σχέση.
  • Όταν πρόκειται για αποφάσεις που έχουν καταστεί αμετάκλητες.

Υπολογισμός τόκων

Γενικά για την πληρωμή δαπανών σε εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων

  • Η υποχρέωση της Διοίκησης να συμμορφώνεται στις αποφάσεις των δικαστηρίων δεν αφορά μόνο την εκτελεστότητα της απόφασης αυτής καθαυτής αλλά και των παρεπόμενων απαιτήσεων, όπως των τόκων, όταν στην δικαστική απόφαση διατάσσεται ρητά η έντοκη καταβολή της επιδικασθείσας αποζημίωσης. Ισχύον επιτόκιο υπερημερίας, αν δε διατάσσεται ρητά, είναι το νόμιμο.
    • Σύμφωνα με το άρθρο 21 του Β.Δ 26.6/10.7.1944 Περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου «ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής ορίζεται εις 6% ετησίως, πλην αν άλλως ωρίσθη δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου. Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής»
    • Μετά την έναρξη ισχύος των διατάξεων του άρθρου 45 του Ν. 4607/2019 (ΦΕΚ 65Α/24.04.2019) με τις οποίες καθιερώθηκε ενιαίος τρόπος υπολογισμού του οφειλόμενου από το Δημόσιο τόκου (νόμιμου και υπερημερίας) για τις οφειλές αυτού, ανεξάρτητα από την αιτία τους, με αναφορά στο επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (MRO) το οποίο ισχύει κατά την ημερομηνία άσκησης του ενδίκου βοηθήματος, το ύψος του επιτοκίου είναι αυτό που καθορίζεται από τις διατάξεις της παρ. 1 του εν λόγω άρθρου, οι οποίες έχουν ως εξής: «Το ύψος του νόμιμου επιτοκίου και του επιτοκίου υπερημερίας κάθε οφειλής του Δημοσίου ισούται προς το επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (MRO), που ισχύει κατά την ημερομηνία άσκησης του ένδικου βοηθήματος, πλέον τριών (3,00) εκατοστιαίων μονάδων ετησίως. Το επιτόκιο του προηγούμενου εδαφίου δεν μεταβάλλεται, κατά το μέρος που αφορά το επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (MRO), πριν από την εκάστοτε σωρευτική μεταβολή αυτού κατά μία (1,00) εκατοστιαία μονάδα, με σχετική βάση υπολογισμού του το επιτόκιο που ισχύει κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος. Τα ανωτέρω δεν ισχύουν για: α) τις απαιτήσεις των φορολογουμένων της παρ. 2 του άρθρου 53 του ν. 4174/2013 (Α΄ 170), β) τις περιπτώσεις όπου σε σύμβαση, στην οποία συμβάλλεται νόμιμα το Δημόσιο, έχει περιληφθεί ειδική πρόβλεψη σχετικά με το εφαρμοζόμενο επιτόκιο, γ) τις αξιώσεις ιδιωτών που στηρίζονται σε ειδικές και ευθέως εφαρμοζόμενες διατάξεις του ενωσιακού δικαίου, με τις οποίες έχει καθοριστεί, ρητά και ειδικά, ύψος επιτοκίου. Με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων αυτών, όπου στην κείμενη νομοθεσία γίνεται αναφορά ή παραπομπή στο ύψος του οφειλόμενου από το Δημόσιο νόμιμου επιτοκίου ή και του επιτοκίου υπερημερίας, νοείται το επιτόκιο του παρόντος.
      Σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 45 του Ν. 4607/2019 για εκκρεμείς, σε οποιοδήποτε βαθμό και στάδιο υποθέσεις, ανεξάρτητα από το εφαρμοζόμενο μέχρι την ισχύ του Ν. 4607/2019 επιτόκιο, από 01.05.2019 (έναρξη του επόμενου μήνα από τη δημοσίευση του Νόμου αυτού) υπολογίζεται το νέο επιτόκιο της παρ. 1 του άρθρου 45, για το μέρος κατά το οποίο οι αξιώσεις για τόκο ανάγονται και υπολογίζονται σε χρόνο μετά την 1.5.2019.
  • Εφαρμοζόμενος τύπος για τον υπολογισμό των τόκων: Επιδικασθέν Κεφάλαιο*ημέρες*ισχύον επιτόκιο/ 360.
  • Κρίσιμη ημερομηνία για τον υπολογισμό των τόκων θεωρείται όσον αφορά στην:

i)  Έναρξη της τοκοφορίαςη ημερομηνία επιδόσεως της αγωγής (η οποία συνιστά όχληση) στον Υπουργό Οικονομικών όταν πρόκειται για το Δημόσιο ή στους νόμιμους εκπροσώπους όταν πρόκειται για ΝΠΔΔ, σύμφωνα με το άρθρο 49 του Ν. 2717/99, εκτός αν από το διατακτικό του εκτελεστού τίτλου προκύπτει διαφορετική ημερομηνία.

ii)  Στην παρ. 2 του άρθρου 45 του Ν. 4607/2019 ορίζεται ότι: «Στην περίπτωση των ένδικων βοηθημάτων κατά του Δημοσίου, τόκος οφείλεται, σε κάθε περίπτωση, μόνο από την επίδοση των σχετικών δικογράφων από τον διάδικο στον Υπουργό Οικονομικών ή στο αρμόδιο όργανο του Δημοσίου ή της Αρχής που προβλέπεται από τον νόμο σε ειδικές κατηγορίες υποθέσεων. Ειδικές διατάξεις νόμου, οι οποίες προβλέπουν ρητά διαφορετικό χρόνο έναρξης της τοκοφορίας, εξακολουθούν να ισχύουν». Επισημαίνεται ότι η επίδοση δεν πρέπει να έχει γίνει από τα Δικαστήρια ή δημόσια υπηρεσία, αλλά από τον ίδιο τον διάδικο.   Ειδικά για τις εκκρεμείς, σε οποιοδήποτε βαθμό και στάδιο υποθέσεις για τις οποίες υπολογίζεται από 1.5.2019 το νέο επιτόκιο 3% για την εφεξής τοκοφορία απαιτείται να έχει γίνει επίδοση από τον διάδικο του δικογράφου του ενδίκου βοηθήματος στον Υπουργό Οικονομικών ή στο αρμόδιο όργανο του Δημοσίου ή της Αρχής που προβλέπεται από το νόμο σε ειδικές κατηγορίες υποθέσεων.

iii)  Λήξη της χρονικής περιόδου υπολογισμού των τόκων, η ημερομηνία εκτελέσεως του τίτλου εκ μέρους του Δημοσίου, δηλαδή η ημερομηνία πληρωμής.[11]

  • Ο τόκος που δικαιούται να λάβει ο ενάγων υπολογίζεται στο καθαρό δικαιούμενο ποσό, δηλαδή σε αυτό που προκύπτει εάν από το επιδικασθέν ποσό αφαιρεθούν οι νόμιμες κρατήσεις και ο φόρος εισοδήματος [επιδικασθέν – (κρατήσεις+φόρος εισοδήματος)= καθαρό ποσό] (Εγκύκλιος Υπ. Οικονομικών 2/36592/0026/2015).
  • Ειδικά για την πληρωμή δαπανών τόκων επί επιστρεφόμενων εσόδων που έχουν εισπραχθεί αχρεώστητα
  • Στο άρθρο 3, παρ. 2 του ν. 2120/1993 (ΦΕΚ Α’ 24), το οποίο αντικατέστησε το άρθρο 38 του ν. 1473/1984 ορίζεται ότι κάθε άμεσος ή έμμεσος φόρος ή δασμός κύριος ή πρόσθετος ή πρόστιμο, που έχει καταβληθεί, κατά το ποσό που δεν οφείλεται με βάση οριστική απόφαση διοικητικού δικαστηρίου οιουδήποτε βαθμού, συμψηφίζεται ή επιστρέφεται εντόκως με το επιτόκιο που ισχύει για τα έντοκα γραμμάτια του Δημοσίου τρίμηνης διάρκειας. Το έντοκο της επιστροφής του φόρου αρχίζει μετά την πάροδο εξαμήνου από την πρώτη του μήνα του επόμενου της κοινοποίησης στη φορολογική αρχή της απόφασης του αρμόδιου δικαστηρίου.
  • Σύμφωνα με την αρ. 1089911/7087-19/2.8.1994 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ 641Β) για την έντοκη επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθέντων φόρων, τελών κλπ, ο τόκος υπολογίζεται από την ημέρα έναρξης του εντόκου της επιστροφής (επόμενη ημέρα λήξης του εξαμήνου που ορίζεται από τις διατάξεις του άρθρου 3 του ν. 2120/93, όπως έχει συμπληρωθεί και ισχύει) μέχρι την ημέρα πληρωμής του δικαιούχου ή συμψηφισμού του επιστρεφόμενου ποσού, σταματά όμως σε κάθε περίπτωση την αντίστοιχη ημέρα του επόμενου μήνα από την ημερομηνία που φέρει η έγγραφη ειδοποίηση προς τον δικαιούχο να προσέλθει για την είσπραξη του ποσού.
  • Η διάταξη του άρθρου 38 παρ. 2 του ν. 14731984 όπως ισχύει, αποτελεί ειδική διάταξη με συνέπεια αυτή να κατισχύει κάθε άλλης γενικής που ρυθμίζει αντίστοιχα θέματα.
  • Συνεπώς: α) το επιτόκιο βάσει του οποίου θα πρέπει να υπολογιστούν οι οι επιδικασθέντες τόκοι είναι το επιτόκιο που ισχύει για τα έντοκα γραμμάτια του Δημοσίου τρίμηνης διάρκειας και β) το έντοκο της επιστροφής του φόρου αρχίζει μετά την πάροδο εξαμήνου, από την πρώτη του μήνα που έπεται της κοινοποίησης στη φορολογική αρχή της απόφασης του αρμόδιου δικαστηρίου.
  • ΠΡΟΣΟΧΗ: Οι διατάξεις του άρθρου 38 παρ. 2 του ν. 1473/1984 όπως ισχύουν, κατά το μέρος που ορίζουν ότι επί επιστροφής φόρων, δασμών κλπ που κατεβλήθησαν αχρεωστήτως κατά τα κριθέντα με οριστική δικαστική απόφαση, η τοκοφορία αρχίζει μετά την πάροδο εξαμήνου από την πρώτη του μήνα του επομένου της κοινοποιήσεως στη φορολογική αρχή της δικαστικής απόφασης έχουν κριθεί αντισυνταγματικές με την αρ. Ολομ. ΣτΕ 2190/1994 απόφαση. Παρά την διαπλασθείσα νομολογία η ειδική διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 38 του ν. 1473/1984 δεν έχει καταργηθεί και εξακολουθεί να ισχύει, όπως έχει τροποποιηθεί με το άρθρο 3 του ν. 2120/1993.

[1] Παρ. 4 άρθρου 9 Π.Δ 80/2016 «Για τις δαπάνες για τις οποίες από τη φύση τους δεν είναι δυνατή η τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 4 του παρόντος (συναλλαγματικές διαφορές, εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων, δαπάνες πολιτικής προστασίας, διοικητικής εκτέλεσης, ΔΙΑΣ κ.λπ.), αναλαμβάνεται η υποχρέωση και δεσμεύεται η απαραίτητη πίστωση αμέσως μετά την παραλαβή του σχετικού λογαριασμού, της γνωστοποίησης της εκτελεστής, κατά τις κείμενες διατάξεις, δικαστικής απόφασης ή της σχετικής ειδοποίησης ή με την καθ’ οιονδήποτε τρόπο γνωστοποίηση του ύψους και του χρόνου εξόφλησής τους.

[2] Εμπορική συναλλαγή είναι κάθε συναλλαγή μεταξύ επιχειρήσεων ή μεταξύ επιχειρήσεων και δημοσίων αρχών η οποία συνεπάγεται την παράδοση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών έναντι αμοιβής. (υποπαγράφος Ζ3 Ν. 4152/2013)

[3] Διατάξεις που προβλέπουν υπέρ του Δημοσίου ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου την αναστολή εκτέλεσης τελεσίδικων δικαστικών αποφάσεων, μέχρις ότου αυτές καταστούν αμετάκλητες, έχουν παύσει να ισχύουν όσον αφορά στη διοικητική δίκη. Η παραπάνω κατάργηση αναφέρεται στις δικαστικές αποφάσεις επί διοικητικών διαφορών ουσίας που δημοσιεύτηκαν μετά την 7η Ιουνίου 2008 (άρθρο 285 Κώδικα του Διοικητικής Δικονομίας  – Ν . 2717/1999, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει). Ως προς την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου και την επάρκεια τελεσίδικης αντί αμετάκλητης απόφασης  βλ. σχετικά Γνωμοδότηση 378/2008 ΝΣΚ και 102/2009 ΝΣΚ.

[4] Παρ. 2 άρθρου 92 Ν. 2717/1999 ΚΩΔΙΚΑΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ, όπως έχει αντικατασταθεί και ισχύει.

[5] Βάσει της διάταξης του άρθρου 199 παρ. 4 του ΚΔΔ, οι τελεσίδικες ή ανέκκλητες αναγνωριστικές δικαστικές αποφάσεις καθίστανται καταψηφιστικές με πράξη του Προέδρου του δικαστηρίου που τις εξέδωσε με την προϋπόθεση καταβολής του προβλεπόμενου από το άρθρο 274 του ιδίου Κώδικα δικαστικού ενσήμου.

[6] Εξαίρεση στον κανόνα της τελεσίδικης απόφασης: Άρθρο 38 παρ. 2 του Ν. 1473/1984, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει.

[7] Παρ. 1 άρθρου 50 Π.Δ 18/1989

[8] «… διευκρινίζεται ότι, η εγγυητική επιστολή …θα εκδίδεται υπέρ του φορέα που βαρύνεται με τη σχετική δαπάνη και θα προσκομίζεται στην αρμόδια οικονομική υπηρεσία αυτού, η οποία θα μεριμνά για την ασφαλή φύλαξή της μέχρι την, …επιστροφή αυτής…»

[9] «…θα πρέπει η αρμόδια οικονομική υπηρεσία του Φορέα που βαρύνεται με την πληρωμή αυτών, να απευθύνεται εγγράφως στο Γραφείο του ΝΣΚ ή το δικαστικό γραφείο του ΝΣΚ ή τον δικηγόρο που χειρίστηκε την υπόθεση για λογαριασμό του δημοσίου κατά περίπτωση, και να ζητά πληροφορίες για το εάν η συγκεκριμένη προς εκτέλεση απόφαση ή άλλος εκτελεστός τίτλος υπόκειται σε ένδικο μέσο ή βοήθημα. Η απάντηση θα επισυνάπτεται στα λοιπά δικαιολογητικά που αποστέλλονται στην αρμόδια για την εκκαθάριση της δαπάνης υπηρεσία.»

[10] «…Κατόπιν αυτών και προκειμένου να εκκαθαρίζονται από τις Υπηρεσίες…,απαιτήσεις δικαιούχων σε εκτέλεση πρωτόδικων ή άλλων δικαστικών αποφάσεων που υπόκεινται σε ένδικα μέσα ή βοηθήματα θα πρέπει απαραίτητα να προσκομίζεται από αυτούς εγγυητική επιστολή ισόποση με τη χρηματική υποχρέωση του δημοσίου. Σε περίπτωση που δεν προσκομίζεται η ανωτέρω εγγυητική επιστολή η δικαστική απόφαση δε θα εκτελείται και κατά συνέπεια δε θα είναι δυνατή η πληρωμή της σχετικής δαπάνης..»

[11] Γνωμοδότηση Ν.Σ.Κ 466/2012

Scroll to Top
Μετάβαση στο περιεχόμενο