Λογαριασμοί Σχεδίου Λογαριασμών 2310205001, 2310305001, 2310803015, 2390501001 – ΚΑΕ 0288

Α. Θεσμικό πλαίσιο δαπάνης
  • Άρθρο 95 παρ. 5 του Συντάγματος
  • Άρθρο 94 παρ. 4 του Συντάγματος
  • Ν. 3068/12.11.2002 (ΦΕΚ Α’ 274/14-11-2002) «Συμμόρφωση της Διοίκησης προς τις δικαστικές αποφάσεις, προαγωγή των δικαστών των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων στο βαθμό του συμβούλου Επικρατείας και άλλες διατάξεις.», όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει
  • Ν. 2717/1999 Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας, όπως ισχύει
  • Άρθρα 904 επ. ΚΠολΔ
  • Π.Δ 18/1989 άρθρο 50 παρ. 4 (ΦΕΚ Α’ 8) «Κωδικοποίηση των νόμων για το ΣτΕ»
Β. Γενικές αναφορές

Οι δαπάνες που απορρέουν από εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων αφορούν στην αναδρομική καταβολή διαφορών από οποιαδήποτε αιτία που βαρύνει τον κρατικό προϋπολογισμό. Η υποχρέωση της Διοίκησης να συμμορφώνεται προς το περιεχόμενο των δικαστικών αποφάσεων αποτελεί συνταγματική επιταγή και κατοχυρώνεται ρητά στο άρθρο 95 παρ. 5 του Συντάγματος.

Την πίστωση του εν λόγω ΚΑΕ βαρύνουν δαπάνες από αναδρομικές μισθολογικές παροχές που επιδικάζονται με δικαστική απόφαση, μονίμων υπαλλήλων και υπαλλήλων ΙΔΑΧ.

Γ. Απαιτούμενα δικαιολογητικά εκκαθάρισης
  • Ανάληψη υποχρέωσης.[1]
  • Κατάσταση δαπάνης.
  • Δικαστική απόφαση νομίμως επικυρωμένη.
  • Βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου από την οποία να προκύπτει ότι η ανωτέρω απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη και εάν έχουν ασκηθεί ένδικα μέσα.
  • Το αποδεικτικό επίδοσης της αγωγής (όταν επιδικάζονται τόκοι).
  • Εγγυητική επιστολή (όταν απαιτείται).
  • Υπεύθυνη δήλωση με την οποία οι δικαιούχοι θα δηλώνουν ότι: α) Δεν έχουν συμψηφίσει οφειλή τους προς το Δημόσιο με το επιδικασθέν ποσό και α) Παραιτούνται από οποιαδήποτε άλλη αξίωση που απορρέει από την συγκεκριμένη αιτία κατά τα επίδικα χρονικά διαστήματα που αναφέρονται στις προαναφερθείσες αποφάσεις (2/10673/0022/2004: Εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων)
  • Κάθε άλλο δικαιολογητικό που προκύπτει από την φύση της επιδικαζόμενης απαίτησης.
Δ. Κρατήσεις

Επί της κύριας οφειλής:

  • τα ποσοστά των κρατήσεων υπέρ ασφαλιστικών ταμείων, που ίσχυαν κατά την περίοδο την οποία αφορά η μισθολογική παροχή
  • Παρακράτηση φόρου 20% ανεξάρτητα από το έτος στο οποίο ανάγονται για να φορολογηθούν τα εισοδήματα αυτά (παρ. 5 άρθρο 60 ν.4172/2013).

Η κύρια οφειλή δεν υπάγεται σε τέλος χαρτοσήμου (Εγκ .Υπ .Οικον. 1016459/267/2002 )

Ε. Επισημάνσεις
  • Με τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 4 και 95 παρ. 5 του Συντάγματος κατοχυρώθηκε ρητώς η δυνατότητα αναγκαστικής εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων κατά του Δημοσίου, Ο.Τ.Α και Ν.Π.Δ.Δ καθώς και η υποχρέωση της Διοίκησης να συμμορφώνεται προς το περιεχόμενο των δικαστικών αποφάσεων.
  • Η ως άνω συνταγματική υποχρέωση εξειδικεύεται στον εκτελεστικό των ως άνω συνταγματικών διατάξεων Νόμο 3068/2002 ως εξής: «Το Δημόσιο, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και τα λοιπά πρόσωπα δημοσίου δικαίου έχουν υποχρέωση να συμμορφώνονται χωρίς καθυστέρηση προς τις δικαστικές αποφάσεις και να προβαίνουν σε όλες τις ενέργειες που επιβάλλονται για την εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής και για την εκτέλεση των αποφάσεων.»
  • Η τήρηση της εν λόγω υποχρέωσης της Διοίκησης ελέγχεται από τα οικεία Τριμελή Δικαστικά Συμβούλια Συμμόρφωσης, ενώ συγχρόνως προβλέπονται κυρώσεις κατά των υπευθύνων οργάνων της Διοίκησης. Ειδικότερα προβλέπεται ότι η  μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων που προβλέπονται στο Κεφάλαιο Α΄ του νόμου 3068/2002 ή η προτροπή σε μη εκπλήρωση συνιστά ιδιαίτερο πειθαρχικό παράπτωμα για κάθε αρμόδιο υπάλληλο.
  • Δικαστικές αποφάσεις κατά την έννοια του νόμου είναι όλες οι αποφάσεις των διοικητικών, πολιτικών, ποινικών και ειδικών δικαστηρίων που παράγουν υποχρέωση συμμόρφωσης ή είναι εκτελεστές κατά τις οικείες δικονομικές διατάξεις και τους όρους που κάθε απόφαση τάσσει (εδάφιο β, άρθρου 1 Ν. 3068/2002). Σύμφωνα με το άρθρο 904 του Κ.Πολ.Δ. εκτελεστοί τίτλοι είναι οι τελεσίδικες αποφάσεις καθώς και οι αποφάσεις κάθε ελληνικού και αλλοδαπού δικαστηρίου που κηρύχθηκαν προσωρινά εκτελεστές.
  • Δεν είναι δικαστικές αποφάσεις κατά την έννοια της προαναφερθείσας διάταξης  και δεν εκτελούνται οι εκτελεστοί τίτλοι που αναφέρονται στις περιπτώσεις των εδαφίων γ΄- ζ΄ της παρ. 2 του άρθρου 904 Κ.Πολ.Δ. πλην των κηρυχθεισών εκτελεστών αλλοδαπών δικαστικών αποφάσεων (εδάφιο γ΄, άρθρου 1 Ν. 3068/2002).
  • Υποχρέωση για το Δημόσιο να προβεί στην εκτέλεση μιας δικαστικής απόφασης δημιουργείται όταν αυτή τελεσιδικήσει[2]. Τελεσίδικες ορίζονται εκείνες οι οριστικές αποφάσεις οι οποίες δεν υπόκεινται σε ανακοπή ερημοδικίας και έφεση. Οι αποφάσεις αυτές δεν υπόκεινται σε αυτά τα ένδικα μέσα είτε επειδή αυτά ασκήθηκαν και απορρίφθηκανείτε επειδή παρήλθε άπρακτη η προθεσμία για την άσκησή τους, είτε επειδή οι διάδικοι παραιτήθηκαν από αυτά. Επιπλέον, ανάλογη υποχρέωση (εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης) δημιουργείται όταν το επιδικασθέν ποσό δεν υπερβαίνει τα όρια του άρθρου 92 του ν.2717/1999, σύμφωνα με το οποίο:
    • Δεν υπόκεινται σε έφεση οι αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων που αφορούν σε χρηματικές διαφορές, αν το αντικείμενό τους δεν υπερβαίνει το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ. Προκειμένου για απαιτήσεις αμέσως ή εμμέσως ασφαλισμένων κατά των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης, καθώς και για απαιτήσεις για κάθε είδους αποδοχές του προσωπικού γενικώς του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτης και δεύτερης βαθμίδας και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, το ανωτέρω όριο ορίζεται στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.[3]
  • Στον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας προβλέπεται η άσκηση της αγωγής είτε ως καταψηφιστικής είτε ως αναγνωριστικής, αναλόγως του εάν το αίτημα αποβλέπει στην καταδίκη του εναγομένου Δημοσίου ή ν.π.δ.δ στην οφειλόμενη παροχή, είτε στην απλή αναγνώριση της οφειλής της σχετικής παροχής. Σύμφωνα με το άρθρο 197 παρ. 1 του Κ.Δ.Δ με δύναμη δεδικασμένου εξοπλίζεται κάθε τελεσίδικη απόφαση που εκδίδεται επί αγωγής είτε πρόκειται για αναγνωριστική είτε για καταψηφιστική.
  • Όμως μόνο η απόφαση που εκδίδεται επί καταψηφιστικής αγωγής (τελεσίδικη, ανέκκλητη ή προσωρινώς εκτελεστή) συνιστά εκτελεστό τίτλο, κατά το άρθρο 904 Κ.Πολ.Δ, προκειμένου ο ασκήσας την καταψηφιστική αγωγή να προβεί σε αναγκαστική εκτέλεση κατά του Δημοσίου[4].

Συνεπώς: Η υποχρέωση της Διοίκησης να συμμορφώνεται προς τις δικαστικές αποφάσεις καταλαμβάνει και τις τελεσίδικες αναγνωριστικές αποφάσεις και όχι μόνο τις καταψηφιστικές, οι οποίες σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, παρέχουν επιπροσθέτως τη δυνατότητα αναγκαστικής εκτέλεσης, ως εκτελεστοί τίτλοι[5].

  • Η Διοίκηση υποχρεούται σε άμεση συμμόρφωση με το περιεχόμενο δικαστικής απόφασης, με την οποία ακυρώθηκε παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας, (ακυρωτική απόφαση) καθώς δεν χωρεί αναστολή εκτέλεσής της.
  • Οι διοικητικές αρχές, σε εκτέλεση της υποχρέωσής τους κατά το άρθρο 95 παρ. 5 του Συντάγματος πρέπει να συμμορφώνονται, κατά περίπτωση, με θετική ενέργεια προς το περιεχόμενο της απόφασης του ΣτΕ ή να απέχουν από κάθε ενέργεια που είναι αντίθετη προς όσα κρίθηκαν από αυτό. Ο παραβάτης, εκτός από τη δίωξη κατά το άρθρο 259 του Ποινικού Κώδικα υπέχει και προσωπική ευθύνη προς αποζημίωση.
  • Η απόφαση που δέχεται την αίτηση ακύρωσης, απαγγέλλει την ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης και συνεπάγεται νόμιμη κατάργησή της έναντι όλων, είτε πρόκειται για κανονιστική είτε για ατομική πράξη.[6]
  • Η Διοίκηση συμμορφούμενη προς ακυρωτική απόφαση του Σ.Τ.Ε. ή του Διοικητικού Εφετείου, αν πρόκειται περί απόφασης του τελευταίου, που εκδόθηκε κατά την ενάσκηση της ακυρωτικής του αρμοδιότητας, υποχρεούται όχι μόνο να θεωρήσει ανίσχυρη και μη υφιστάμενη στο νομικό κόσμο την ακυρωθείσα διοικητική πράξη, αλλά και να προβεί σε θετικές ενέργειες για την αναμόρφωση των νομικών καταστάσεων οι οποίες δημιουργήθηκαν στο μεταξύ βάση της παραπάνω πράξης, ανακαλώντας ή τροποποιώντας τις σχετικές στο μεταξύ εκδοθείσες πράξεις ή εκδίδοντας άλλες με αναδρομική ισχύ, εφόσον συντρέχει περίπτωση, με σκοπό την αποκατάσταση των πραγμάτων στη θέση την οποία αυτά θα βρίσκονταν, αν εξαρχής δεν είχε εκδοθεί η ακυρωθείσα πράξη και χωρίς δέσμευση από το χρόνο που διέδραμε.

Συνεπώς και σύμφωνα με τα προεκτεθέντα:

  • Σε περίπτωση αναδρομικού διορισμού υπαλλήλου, ο οποίος γίνεται σε συμμόρφωση προς ακυρωτική απόφαση, η υπηρεσία οφείλει: α) να προβεί στην πρόσληψη αυτού από την ημεροχρονολογία από την οποία είχαν διορισθεί οι συνυποψήφιοί του βάσει του αρχικού πίνακα, β) να του καταβάλει αναδρομικές αποδοχές μέχρι του χρονικού σημείου που ανατρέχει ο διορισμός του, μετά την αφαίρεση των ποσών που τυχόν απεκόμισε από την παροχή της εργασίας του σε τρίτο ή από την άσκηση άλλου επαγγέλματος για το εν λόγω χρονικό διάστημα.[7]

Βλέπε επίσης, 2/68323/0022/13-1-2006Δ22 ΓΛΚ.[8]

  • Χρηματική απαίτηση που έχει βεβαιωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, υπόκειται σε πενταετή παραγραφή, η οποία αρχίζει από την τελεσιδικία (παρ. 6 άρθρο 140 Ν 4270/2014). Σε περίπτωση που η τελεσιδικία προκύπτει από απόφαση δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η παραγραφή αρχίζει από τη δημοσίευση της εν λόγω δικαστικής απόφασης, ανεξαρτήτως του χρόνου κοινοποίησης αυτής στους διαδίκους .
  • Η Εγγυοδοσία ως Προϋπόθεση εκτέλεσης τελεσίδικης απόφασης (άρθρο 4 Ν. 3068/2002, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει).

Η ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΓΙΑ ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΗ ΕΓΓΥΗΤΙΚΗΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗΣ προκειμένου να εκτελεσθεί η δικαστική απόφαση δεν ισχύει για τις απαιτήσεις εργαζομένων, με δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου σχέση εργασίας, οι οποίες προέρχονται από την εργασιακή τους σχέση.

 


[1] Παρ. 4 άρθρου 9 Π.Δ 80/2016 «Για τις δαπάνες για τις οποίες από τη φύση τους δεν είναι δυνατή η τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 4 του παρόντος (συναλλαγματικές διαφορές, εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων, δαπάνες πολιτικής προστασίας, διοικητικής εκτέλεσης, ΔΙΑΣ κ.λπ.), αναλαμβάνεται η υποχρέωση και δεσμεύεται η απαραίτητη πίστωση αμέσως μετά την παραλαβή του σχετικού λογαριασμού, της γνωστοποίησης της εκτελεστής, κατά τις κείμενες διατάξεις, δικαστικής απόφασης ή της σχετικής ειδοποίησης ή με την καθ’ οιονδήποτε τρόπο γνωστοποίηση του ύψους και του χρόνου εξόφλησής τους.

[2]  Διατάξεις που προβλέπουν υπέρ του Δημοσίου ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου την αναστολή εκτέλεσης τελεσίδικων δικαστικών αποφάσεων, μέχρις ότου αυτές καταστούν αμετάκλητες, έχουν παύσει να ισχύουν όσον αφορά στη διοικητική δίκη. Η παραπάνω κατάργηση αναφέρεται στις δικαστικές αποφάσεις επί διοικητικών διαφορών ουσίας που δημοσιεύτηκαν μετά την 7η Ιουνίου 2008 (άρθρο 285 Κώδικα του Διοικητικής Δικονομίας  – Ν . 2717/1999, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει). Ως προς την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου και την επάρκεια τελεσίδικης αντί αμετάκλητης απόφασης  βλ. σχετικά Γνωμοδότηση 378/2008 ΝΣΚ και 102/2009 ΝΣΚ.

[3] Παρ. 2 άρθρου 92 Ν. 2717/1999 ΚΩΔΙΚΑΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ, όπως έχει αντικατασταθεί και ισχύει.

[4] Βάσει της διάταξης του άρθρου 199 παρ. 4 του ΚΔΔ, οι τελεσίδικες ή ανέκκλητες αναγνωριστικές δικαστικές αποφάσεις καθίστανται καταψηφιστικές με πράξη του Προέδρου του δικαστηρίου που τις εξέδωσε με την προϋπόθεση καταβολής του προβλεπόμενου από το άρθρο 274 του ιδίου Κώδικα δικαστικού ενσήμου.

[5] Εξαίρεση στον κανόνα της τελεσίδικης απόφασης: Άρθρο 38 παρ. 2 του Ν. 1473/1984, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει.

[6] Παρ. 1 άρθρου 50 Π.Δ 18/1989

[8] «Η Διοίκηση έχει υποχρέωση να συμμορφώνεται προς τις ακυρωτικές αποφάσεις του ΣτΕ και των Διοικητικών Εφετείων με την αποκατάσταση του αιτούντος στο πραγματικό και νομικό καθεστώς στο οποίο θα βρισκόταν, αν δεν είχε μεσολαβήσει η πράξη ή παράλειψη που ακυρώθηκε, σύμφωνα με ρητή επιταγή του άρθρου 95 παρ. 5 του Συντάγματος και κατά πάγια Νομολογία του ΣτΕ, σύμφωνα με την οποία σε περίπτωση αναδρομικής αποκατάστασης υπαλλήλου, αυτή πρέπει να είναι αποκαταστατική για όλες τις συνέπειες, άρα και ως προς την προσμέτρηση του χρόνου εκτός υπηρεσίας για μισθολογική εξέλιξη καθώς και ως προς την αναδρομική καταβολή αποδοχών. Από το συνδυασμό όμως των διατάξεων των άρθρων 298, 914 ΑΚ και 105 Εισ.ΝΑΚ και από πάγια νομολογία προκύπτει: ότι επί αδικοπραξίας, οσάκις από το ζημιογόνο γεγονός προήλθε και κέρδος το οποίο τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς το γεγονός αυτό, η ανορθωτέα ζημία είναι ό,τι υπολείπεται μετά την αφαίρεση του κέρδους, αφού χωρίς αυτή δεν είναι προσδιορισμένη η θετική ή αποθετική ζημία. Το ύψος της ζημίας όμως προκύπτει μετά την αφαίρεση αμοιβών, απολαβών, ή συντάξεων που τυχόν έλαβε ο αιτών, εάν από τα παραστατικά που θα υποβληθούν   κατά τη διαδικασία   της   εκκαθάρισης   (υπεύθυνες   δηλώσεις, εκκαθαριστικά σημειώματα, φορολογικές δηλώσεις) προκύπτει ότι είχε άλλη απασχόληση ή εργασία κατά το χρονικό διάστημα στο οποίο αναδράμουν τα έννομα αποτελέσματα της υπό συμμόρφωση ακυρωτικής απόφασης»

 

Scroll to Top
Μετάβαση στο περιεχόμενο