Κρατικός Προϋπολογισμός 2012

Εισηγητική έκθεση

Προς τη Βουλή των Ελλήνων

Κυρίες και Κύριοι Βουλευτές,

Για πρώτη φορά τις τελευταίες πολλές δεκαετίες η Βουλή των Ελλήνων καλείται να συζητήσει και να ψηφίσει τον κρατικό προϋπολογισμό του επόμενου οικονομικού έτους υπό συνθήκες τόσο μεγάλης κρίσης και πίεσης.

Το τεράστιο δημοσιονομικό πρόβλημα της χώρας έχει δυστυχώς διασταυρωθεί με τη βαθιά πολλαπλή κρίση της Ευρωζώνης και με την ανυπαρξία επαρκών και λειτουργικών θεσμών παγκόσμιας οικονομικής διακυβέρνησης. Η κρίση στην Ευρωζώνη δεν είναι μόνο δημοσιονομική και χρηματοοικονομική, αλλά θεσμική και πολιτική. Στην πραγματικότητα έχει καταστεί πλέον σαφές ότι η διαχείριση του ευρώ απαιτεί άλλο επίπεδο πολιτικής και θεσμικής ολοκλήρωσης της ευρωζώνης και ευρύτερα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στο μεταξύ, όμως, οι επιμέρους προσεγγίσεις και προτεραιότητες των κρατώνμελών – ανάλογα με το μέγεθος και τη δημοσιονομική και οικονομική κατάσταση του καθενός – καθιστούν ιδιαίτερα πολύπλοκη και δυσχερή τη λήψη και κυρίως την εφαρμογή οριστικών και καθαρών αποφάσεων που θωρακίζουν το ευρώ απέναντι στην κερδοσκοπική προδιάθεση των αγορών και ιδίως των μη ρυθμιζόμενων οντοτήτων της διεθνούς χρηματοοικονομικής αγοράς.

Ακόμη και τώρα, μετά τη διαμόρφωση του νέου θεσμικού πλαισίου του EFSF, η επιθετική στάση των αγορών κατά οικονομικά ισχυρών κρατών-μελών που καλύπτουν από μόνα τους ένα πολύ μεγάλο ποσοστό του ΑΕΠ αλλά και του συνολικού δημόσιου χρέους της Ευρωζώνης, θέτει υπό διαρκή δοκιμασία όλες τις σχετικές πρωτοβουλίες της ευρωζώνης και τους μηχανισμούς που αυτή διαθέτει ή επιχειρεί να διαμορφώσει.

Η Ελλάδα βρίσκεται μέσα σ΄ αυτό το διεθνές μαγνητικό πεδίο, δυστυχώς, αδύναμη και εκτεθειμένη, γιατί το μέγεθος του δημόσιου χρέους της και οι διαρθρωτικές αδυναμίες του κράτους, της οικονομίας και της κοινωνίας μας, μας έφεραν στη θέση να εξαρτώμεθα από τη βοήθεια και από τις αποφάσεις των θεσμικών μας εταίρων που είναι όμως ταυτοχρόνως και πιστωτές μας.

Είκοσι σχεδόν μήνες μετά την υπαγωγή της χώρας μας στο αρχικό πρόγραμμα στήριξής της από τα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης και το ΔΝΤ, η κατάσταση διαμορφώνεται σε γενικές γραμμές ως εξής:

  • Η Ελλάδα έχει εισπράξει περίπου 65 από τα 110 δισ. ευρώ του αρχικού προγράμματος στήριξης με τη μορφή διακρατικού δανείου από τα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης και δανείου από το ΔΝΤ και εκκρεμεί η εκταμίευση της 6ης δόσης ύψους 8 δισ. ευρώ.
  • Η εικόνα που έχει εμπεδωθεί στους θεσμικούς μας εταίρους και τη διεθνή κοινή γνώμη είναι πως οι εσωτερικές πολιτικές, κοινωνικές, θεσμικές, διοικητικές και παραγωγικές συνθήκες καθιστούν αβέβαιη την ύπαρξη της εθνικής βούλησης και ικανότητας για την εφαρμογή ενός προγράμματος προσαρμογής που, εκτός από τα δημοσιονομικά μέτρα που στοχεύουν στην πολύ γρήγορη και δραστική μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος, περιλαμβάνει πολλά κρίσιμα, επίπονα, αλλά και αναγκαία μέτρα διαρθρωτικού χαρακτήρα που κατατείνουν στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας.
  • Παρόλα αυτά, μετά την ψήφιση του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής και των βασικών εφαρμοστικών νόμων, άνοιξε ο δρόμος, αρχικά με τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 21ης Ιουλίου 2011 και στη συνέχεια με τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 26ης /27ης Οκτωβρίου 2011, για ένα νέο πρόγραμμα στήριξης με υπερδιπλασιασμό της συμμετοχής των θεσμικών μας εταίρων από τα 110 στα 240 δισ. ευρώ, με παράλληλη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα σε ένα νέο σχήμα μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας του ελληνικού δημόσιου χρέους που το μειώνει κατά 100 περίπου δισ. ευρώ (περίπου 47 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ) με ανάλογη μείωση του ετήσιου κόστους εξυπηρέτησης.

Παρότι οι αποφάσεις της 21ης Ιουλίου και της 26ης/27ης Οκτωβρίου αφορούν συνολικά την Ευρωζώνη και στοχεύουν στην προστασία του ευρώ και μάλιστα του σκληρού του πυρήνα που συγκροτείται από κράτη-μέλη με μεγέθη ικανά να επηρεάζουν τα συνολικά δημοσιονομικά και χρηματοοικονομικά μεγέθη της Ευρωζώνης, οι αποφάσεις αυτές είναι ιδιαίτερα κρίσιμες για την Ελλάδα. Πρώτον, γιατί στην Ελλάδα θα εφαρμοστεί ευθύς αμέσως το νέο διευρυμένο θεσμικό πλαίσιο του EFSF. Και, δεύτερον, γιατί από τη δική μας οπτική γωνία η εφαρμογή των αποφάσεων αυτών είναι ζωτικής σημασίας όχι μόνο για την κάλυψη των δανειακών αναγκών της χώρας, αλλά και για την άμεση βελτίωση των συνθηκών ρευστότητας που επικρατούν στην ελληνική οικονομία. Αυτή είναι και η πιο κρίσιμη παρέμβαση που μπορεί να γίνει για την ανάσχεση της ύφεσης και της ενίσχυσης της πραγματικής οικονομίας.

Μέσα σ΄ αυτές τις συνθήκες, η εκπλήρωση των υποχρεώσεων της χώρας μας έναντι των θεσμικών της εταίρων και η ολοκλήρωση των διαδικασιών που οδηγούν στην πλήρη εφαρμογή των αποφάσεων της 26ης /27ης Οκτωβρίου προσλαμβάνει διαστάσεις όχι απλώς κρίσιμες αλλά υπαρξιακές. Θεμέλιο της απόφασης αυτής είναι η πρωτοφανής προσπάθεια δημοσιονομικής και διαρθρωτικής προσαρμογής που συντελείται στη χώρα μας. Από το 2009 έως το τέλος του 2011, με την εφαρμογή του προγράμματος, το πρωτογενές έλλειμμα θα έχει μειωθεί κατά 21 δισ. ευρώ, δηλαδή κατά περίπου 10% του ΑΕΠ, ενώ παράλληλα θα έχει καταγραφεί μια σωρευτική ύφεση της τάξης του 12%. Παράλληλα, τα τέσσερα τελευταία χρόνια (2008-2011) έβαινε αυξανόμενο το ετήσιο κόστος εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους λόγω του τεράστιου όγκου του.

Μέσα σε συνθήκες αβεβαιότητας και μειωμένης ρευστότητας, μέσα σε συνθήκες διεθνούς νευρικότητας που τροφοδοτούνται από καθημερινές δηλώσεις, ακριτομυθίες, σχόλια και αναλύσεις που θέτουν σε αμφισβήτηση όχι μόνον την ικανότητα της Ελλάδας να ξεπεράσει το πρόβλημα της, αλλά και την επάρκεια των αποφάσεων και των μηχανισμών της Ευρωζώνης, η Ελλάδα καλείται να πετύχει άκρως απαιτητικούς στόχους.

Τους τελευταίους είκοσι μήνες η διάψευση βασικών μακροοικονομικών προγνώσεων των διεθνών οργανισμών ως προς το μέγεθος της ύφεσης, μετακινεί προς τα πίσω τους στόχους, με αποτέλεσμα να απαιτούνται ακόμη περισσότερα μέτρα, με ακόμη μεγαλύτερο οικονομικό, αναπτυξιακό, πολιτικό και κυρίως κοινωνικό κόστος. Είναι όμως προφανές ότι στο σημείο που βρισκόμαστε, μετά τις θυσίες που έχει υποστεί ο ελληνικός λαός και μετά το μέγεθος της δημοσιονομικής προσαρμογής που έχει ήδη επιτευχθεί, είναι πράγματι κρίμα να μην καταβληθεί η πρόσθετη προσπάθεια που απαιτείται, προσπάθεια πολύ επώδυνη για την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων που κατατείνουν στην επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος το 2012. Η δυνατότητα παραγωγής πρωτογενούς πλεονάσματος αλλάζει ριζικά τη δημοσιονομική εικόνα και επέτρεψε να ληφθούν οι αποφάσεις της 26ης/27ης Οκτωβρίου.

Ο προϋπολογισμός του 2012, όπως κατατίθεται, ενσωματώνει την αρχική εκτίμηση για τις θετικές επιπτώσεις που προβλέπεται να έχει η εφαρμογή των αποφάσεων της 26ης/27ης Οκτωβρίου στη μείωση του δημόσιου χρέους, άρα και στη μείωση του κόστους της ετήσιας εξυπηρέτησης του. Η μείωση στο ύψος των τόκων υπολογίζεται, με βάση τις παραδοχές της Ανάλυσης Βιωσιμότητας του Χρέους (DSA) του ΔΝΤ, ότι μπορεί να προσεγγίσει τα 5 δισ. ευρώ (σε ταμειακή βάση) για το 2012 και τα 13,6 δισ. ευρώ συνολικά για την περίοδο μέχρι το 2014.

Αυτό σε συνδυασμό με τη ροή των κονδυλίων από τον επίσημο τομέα, δηλαδή από τους θεσμικούς μας εταίρους, μπορεί να μεταβάλλει όχι μόνο τα δημοσιονομικά δεδομένα, αλλά τη γενικότερη ατμόσφαιρα στην πραγματική οικονομία. Η εκταμίευση της 6ης δόσης των 8 δισ. ευρώ μέχρι τα μέσα Δεκεμβρίου οδηγεί στο νέο πρόγραμμα και άρα στην όσο το δυνατόν ταχύτερη εκταμίευση:

α) 30 δισ. ευρώ για τις ανάγκες επανακεφαλαιοποίησης και των ελληνικών τραπεζών

β) 30 δισ. ευρώ για τη χρηματοδότηση του PSI και

γ) ποσά που απαιτούνται για την κάλυψη των χρηματοδοτικών αναγκών Μαρτίου 2012.

Σ΄ αυτά πρέπει να προστεθεί: δ) η παροχή της αναγκαίας εγγύησης από το EFSF προς την ΕΚΤ για τη διασφάλιση της ενδιάμεσης ρευστότητας του ελληνικού τραπεζικού συστήματος κατά την περίοδο της ανταλλαγής των ομολόγων μέσα στο νέο σχήμα συμμετοχής του ιδιωτικού τομέα.

Αυτή είναι η βασική επιλογή και η κρίσιμη παραδοχή στην οποία βασίζεται το σχέδιο του Κρατικού Προϋπολογισμού του 2012, ως τμήμα του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής της περιόδου 2011–2015, όπως αυτό προσαρμόζεται ex post ως προς τις πραγματοποιήσεις του προϋπολογισμού του 2011 και ex ante ως προς το μακροοικονομικό πλαίσιο και τους δημοσιονομικούς στόχους του 2012 και των επόμενων ετών του προγράμματος.

Για να επιτευχθεί ο δημοσιονομικός στόχος του 2012 από το Μάιο του 2010 έως τον Οκτώβριο του 2011 ελήφθησαν μια σειρά από πολύ δύσκολες αποφάσεις για την συγκέντρωση των αναγκαίων δημόσιων εσόδων και την όσο γίνεται μεγαλύτερη περικοπή των δημόσιων δαπανών.

Οι αποφάσεις αυτές, που κατέστησαν νόμοι του κράτους, ελήφθησαν παρά το βαρύτατο πολιτικό, κοινωνικό και συναισθηματικό κόστος, γιατί, υπό τις παρούσες συνθήκες, με τις αποφάσεις αυτές θωρακίζεται και προστατεύεται η χώρα όχι τόσο απέναντι στις ορθολογικές αποφάσεις των θεσμικών μας εταίρων, όσο απέναντι σε τυχαίες και ανεξέλεγκτες καταστάσεις που μπορεί να προκληθούν λόγω της ευρωπαϊκής θεσμικής πολυπλοκότητας, των εσωτερικών πολιτικών εμπλοκών σε κάποια από τα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης και των ανώμαλων καταστάσεων που μπορούν ανά πάσα στιγμή να εμφανισθούν στις διεθνείς χρηματοοικονομικές αγορές.

Μετά την απόφαση της 26ης/27ης Οκτωβρίου ακολούθησε ένα δεκαπενθήμερο μεγάλης πολιτικής έντασης που έθεσε ξανά υπό αμφισβήτηση τη διεθνή αξιοπιστία της χώρας και οδήγησε στην συμφωνία του ΠΑΣΟΚ, της Νέας Δημοκρατίας και του ΛΑΟΣ για την ανάγκη να συγκροτηθεί Κυβέρνηση συνεργασίας με την εντολή να διασφαλίσει την αλληλουχία των ενεργειών που οδηγούν στην πλήρη εφαρμογή της απόφασης της 26ης/27ης Οκτωβρίου 2011. Αμέσως μετά η χώρα θα προσφύγει, μέσω εκλογών, στη λαϊκή ετυμηγορία προκειμένου η νέα Βουλή να αναδείξει μια Κυβέρνηση ικανή να ολοκληρώσει την έξοδο της χώρας από την κρίση.

Η κατάθεση και η ψήφιση του προϋπολογισμού του 2012 εντάσσεται σ΄ αυτήν την αλληλουχία γεγονότων και αποτελεί βασική παράμετρο της εντολής της παρούσας Κυβέρνησης που μέσω της εκταμίευσης της 6ης δόσης του αρχικού δανείου (GLF), της άμεσης έναρξης και της ταχείας ολοκλήρωσης των διαπραγματεύσεων με την Τρόικα για τη σύναψη του νέου προγράμματος, της υπογραφής και κοινοβουλευτικής κύρωσης της νέας δανειακής σύμβασης και της διασφάλισης της συμμετοχής, του ιδιωτικού τομέα (PSI) στη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του ελληνικού δημόσιου χρέους θα κλείσει ένα ολόκληρο κύκλο σωστικών ενεργειών για την εθνική οικονομία, αλλά και την υπόσταση της πατρίδας μας, για το επίπεδο ζωής, τα εισοδήματα, τις περιουσίες και τις προοπτικές των Ελλήνων και των Ελληνίδων.

Έχω πει πολλές φορές ότι οι συμπολίτες μας νομίζουν πως αυτό που ζούμε – οι περικοπές μισθών και συντάξεων, η περιορισμένη ρευστότητα, η αύξηση της ανεργίας, οι φορολογικές επιβαρύνσεις – είναι η κρίση. Μακάρι να ήταν τόσο απλή η προσέγγιση. Όλη αυτή η κατάσταση που είναι αποτέλεσμα του δημοσιονομικού εκτροχιασμού της χώρας και όχι της προσφυγής μας στην βοήθεια και άρα στην επιτήρηση των εταίρων μας, δεν είναι αυτή καθαυτή η κρίση, αλλά το κόστος που πρέπει να καταβληθεί από το Λαό μας για την αποφυγή της πραγματικής κρίσης, δηλαδή του δημοσιονομικού αδιεξόδου και της κατάρρευσης της χρηματοπιστωτικής σφαίρας με δραματικές επιπτώσεις στην πραγματική οικονομία, το επίπεδο ζωής και την κοινωνική συνοχή.

Οι όροι υπό τους οποίους δίνουμε ως Έθνος τον αγώνα αυτό είναι δυστυχώς εξ αρχής άνισοι. Δεν καταφέραμε ως Έλληνες να διαμορφώσουμε το πλαίσιο εθνικής ενότητας, πολιτικής συνείδησης και κοινωνικής συνοχής που αρμόζει στο μέγεθος της κρίσης και του κινδύνου. Ελπίζω τώρα με τον σχηματισμό της κυβέρνησης συνεργασίας αυτό το αρνητικό δεδομένο να μεταβληθεί για το καλό της Πατρίδας.

Αν, όπως πιστεύω, ξεπεράσουμε τον κίνδυνο, αυτό που θα έχει μείνει στη μνήμη της κοινωνίας θα είναι οι περιορισμοί και οι πιέσεις της περιόδου αυτής και όχι η εικόνα μιας κατάρρευσης που δεν ήρθε ποτέ. Δεν ξέρω αν θα γίνει ευρύτερα κατανοητό και αποδεκτό το πολιτικό, κοινωνικό, δημοσιονομικό και αναπτυξιακό περιεχόμενο του εγχειρήματος. Η πλήρης απόδειξη της θέσης μας θα ήταν οι τραγικές επιπτώσεις που θα είχε η αποτυχία των προσπαθειών μας. Αυτό όμως δεν θέλουμε να το ζήσουμε, μπορούμε να μη το ζήσουμε, δεν θα το ζήσουμε.

Είναι δυστυχώς πολλοί που κάτω από τις σημερινές συνθήκες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν τα θέματα με το συνήθη συμβατικό, κομματικό, συνδικαλιστικό ή δημοσιογραφικό τρόπο.

Όταν τα ζητήματα τίθενται με αυτό τον τρόπο, δεν υπάρχουν περιθώρια ορθολογικής και ειλικρινούς συζήτησης, γιατί τα επίπεδα στο οποίο κινούνται οι προσεγγίσεις μας είναι δυστυχώς ασύμπτωτα.

Η συμφωνία των τριών κομμάτων και ο σχηματισμός της παρούσας κυβέρνησης είναι ένας ενθαρρυντικός οιωνός που δείχνει ότι μπορούμε πράγματι να εστιάσουμε σ΄ αυτό που υπαγορεύει το συμφέρον του Έθνους.

Επειδή ο πολιτικός χρόνος έχει συμπυκνωθεί σε υπερβολικό βαθμό και όλα περνούν με μεγάλη ταχύτητα από τη συγκυρία στην ιστορία, είναι πολύ πιθανό η τελική αξιολόγηση των επιλογών μας να γίνει μέσα στα όρια του ανθρώπινου χρόνου που μας απομένει.

Δεν είναι καθόλου εύκολο να απαντήσεις στον άνεργο, στο μισθωτό που βλέπει το οικογενειακό του εισόδημα να μειώνεται, στο συνταξιούχο που υφίσταται έστω και μικρή περικοπή της σύνταξής του, στον επιχειρηματία που δε βρίσκει πρόσβαση στο τραπεζικό σύστημα, στη μοναχική μητέρα που αγωνίζεται με ένα μικρό μισθό ή ένα επίδομα ανεργίας να μεγαλώσει τα παιδιά της. Κυρίως δεν είναι καθόλου εύκολο να απαντήσεις στη νέα γενιά που, έχοντας υψηλά μορφωτικά προσόντα και μεγάλα ταλέντα, δυσκολεύεται να βρει μία θέση κάτω από τον ήλιο της πατρίδας μας.

Αυτή είναι όμως μια παροδική κατάσταση κρίσης που πρέπει να τη ξεπεράσουμε το ταχύτερο, κάνοντας την υπερπροσπάθεια που απαιτείται, προκειμένου η χώρα να ξαναβρεί την αξιοπρέπειά, τη δημοσιονομικής της κυριαρχία, την πολιτική της ισχύ, τον κανονικό αναπτυξιακό της ρυθμό.

Ο προϋπολογισμός του 2012 μπορεί συνεπώς να είναι ο προϋπολογισμός της μετάβασης από την κατάσταση της απαισιοδοξίας σε μία νέα εθνική αφετηρία.

Ο προϋπολογισμός του 2012 δεν έχει εύκολες παραδοχές. Κάνει όμως αναγκαίες επιλογές και υπηρετεί επιτακτικούς εθνικούς στόχους. Ο προϋπολογισμός του 2012 και η εκτέλεσή του, μαζί με τις συναφείς διαρθρωτικές αλλαγές – τις ιδιωτικοποιήσεις, την αναδιάρθρωση του κράτους και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, το άνοιγμα της αγοράς και των επαγγελμάτων, την καλά στοχευμένη μάχη κατά της φοροδιαφυγής, την εφαρμογή ενός νέου Εθνικού Φορολογικού Συστήματος δικαιοσύνης και διαφάνειας – είναι προϋπόθεση για τη διασφάλιση της πλήρους και άμεσης εφαρμογής αποφάσεων της Ευρωζώνης, που διασφαλίζουν τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του ελληνικού δημόσιου χρέους.

Ο προϋπολογισμός του 2012 είναι συνεπώς κάτι πολύ περισσότερο από πίνακες, μακροοικονομικές προβλέψεις, δημοσιονομικούς στόχους και μέτρα. Δεν είναι ένα συμβατικό νομοθετικό ή δημοσιονομικό κείμενο. Είναι ένα όργανο δουλειάς για την έξοδο από την κρίση και κυρίως μία εμβληματικού χαρακτήρα απόφαση της Βουλής των Ελλήνων για το μέλλον της χώρας.

Μπορούμε και οφείλουμε να στείλουμε πολύ ισχυρό και καθαρό μήνυμα τόσο προς τους Έλληνες πολίτες όσο και προς τους θεσμικούς μας εταίρους και την διεθνή κοινή γνώμη.

Ας το κάνουμε. Το οφείλουμε στην ιστορία και κυρίως στο μέλλον της πατρίδας μας.

Αθήνα, 17 Νοεμβρίου 2011

Ευάγγελος Βενιζέλος

Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης και Υπουργός Οικονομικών

 

Προϋπολογισμός οικονομικού έτους 2012

Scroll to Top
Μετάβαση στο περιεχόμενο