Συχνές ερωτήσεις - απαντήσεις για τον Κώδικα Δεοντολογίας

1. Για τη ρύθμιση ποιων οφειλών μπορεί κανείς να ενταχθεί στον Κώδικα Δεοντολογίας;

Το θεσμικό πλαίσιο του Κώδικα Δεοντολογίας αποτελεί ένα θεσμοθετημένο πλαίσιο εξωδικαστικής επίλυσης στο πλαίσιο του οποίου θεσπίζονται οι γενικές αρχές συμπεριφοράς και υιοθετούνται βέλτιστες πρακτικές, οι οποίες έχουν ως στόχο την ενίσχυση του κλίματος εμπιστοσύνης, την αμοιβαία δέσμευση και την ανταλλαγή της αναγκαίας πληροφόρησης μεταξύ δανειολήπτη και ιδρύματος, προκειμένου κάθε πλευρά να είναι σε θέση να σταθμίσει τα οφέλη ή τις συνέπειες εναλλακτικών λύσεων εξυπηρέτησης (λύσεις ρύθμισης) ή οριστικού διακανονισμού (λύσεις οριστικής διευθέτησης) και λαμβάνεται ειδική μέριμνα για τις πολύ μικρές επιχειρήσεις, για κοινωνικά ευπαθείς ομάδες και για περιπτώσεις δανείων με πολλαπλούς πιστωτές.

Ο Κώδικας Δεοντολογίας ισχύει για όλους τους ενεχόμενους, πρωτοφειλέτες, συνοφειλέτες και εγγυητές (εφεξής δανειολήπτες), που έχουν Δανειακές Συμβάσεις για τα ακόλουθα προϊόντα:

  • Καταναλωτικά δάνεια
  • Στεγαστικά δάνεια
  • Πιστωτικές κάρτες
  • Δάνεια ατομικών επιχειρήσεων και ελεύθερων επαγγελματιών
  • Δάνεια πολύ μικρών επιχειρήσεων, με μέσο όρο κύκλου εργασιών κατά τα τελευταία 3 φορολογικά έτη που δεν υπερβαίνει το ποσό του 1.000.000€.

Σημειώνεται ότι η εφαρμογή του Κώδικα δεν αναφέρεται σε συμβάσεις που έχουν καταγγελθεί πριν από την 01.01.2015.

2. Σε ποιες περιπτώσεις το πιστωτικό ίδρυμα δεν υποχρεούται να ξεκινήσει ή έχει το δικαίωμα να αναστέλλει τη Διαδικασία Επίλυσης Καθυστερήσεων που έχει ήδη ξεκινήσει χαρακτηρίζοντας τον αιτούντα ως μη επιλέξιμο;

1. Όταν ο δανειολήπτης έχει υποβάλει αίτηση για εξωδικαστική ρύθμιση οφειλής σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 8 του Ν.4738/2020 ή όταν το πιστωτικό ίδρυμα έχει κοινοποιήσει στον δανειολήπτη πρόσκληση για εξωδικαστική αναδιάρθρωση οφειλής σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 8 του Ν.4738/2020 και για το χρονικό διάστημα έως την ολοκλήρωση της διαδικασίας ως άκαρπης για οποιονδήποτε λόγο.

2. Όταν έχει υπογραφεί σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών, η οποία δεν τελεί υπό την αίρεση συναίνεσης του Δημοσίου ή Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης, και το πιστωτικό ίδρυμα είναι καταλαμβανόμενος πιστωτής (δηλαδή δεσμεύεται από σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών) ή παράγονται για το πιστωτικό ίδρυμα αποτελέσματα δυνάμει της παρ. 2 του άρθρου 5 του Ν.4738/2020.

3. Όταν ο δανειολήπτης ή το πιστωτικό ίδρυμα ή άλλος πιστωτής έχει υποβάλει αίτηση για επικύρωση συμφωνίας εξυγίανσης του δανειολήπτη και εφόσον επικυρωθεί ή συναφθεί σύμφωνα με το άρθρο 41 του Ν.4738/2020 ή την παρ. 5 του άρθρου 103 του Ν.3588/2007, όπως ορίζει η παρ. 1.α) του άρθρου 265 του Ν.4738/2020, και είναι δεσμευτική για το πιστωτικό ίδρυμα.

4. Όταν ο δανειολήπτης ή το πιστωτικό ίδρυμα ή άλλος πιστωτής έχει υποβάλει αίτηση για κήρυξη του δανειολήπτη σε πτώχευση και για το χρονικό διάστημα έως την τυχόν απόρριψή της.

5. Όταν ο δανειολήπτης έχει υποβάλει αίτηση για υπαγωγή σε διαδικασία του Ν.3588/2007, του Ν.3869/2010, του Ν.4605/2019 ή του Ν.4469/2017, η οποία εκκρεμεί, ή εκκρεμεί η έκδοση δικαστικής απόφασης ή η ίδια η διαδικασία, ή όταν ο δανειολήπτης έχει υπαχθεί στη διαδικασία του άρθρου 68 του Ν.4307/2014, η οποία εκκρεμεί.

6. Όταν συντρέχει η περίπτωση ε) της παρ. 3 του άρθρου 7 του Ν.4738/2020.

7. Όταν ο δανειολήπτης είναι νομικό πρόσωπο που έχει τεθεί σε εκκαθάριση.

8. Όταν υπάρχουν απαιτήσεις έναντι δανειολήπτη, κατά του οποίου τρίτοι πιστωτές έχουν κινήσει δικαστικές ενέργειες για την εξασφάλιση προς αυτούς χρεών.

Το πιστωτικό ίδρυμα υποχρεούται να εντάξει τον δανειολήπτη στο Στάδιο 3 (Αξιολόγηση των οικονομικών στοιχείων) της Διαδικασίας Επίλυσης Καθυστερήσεων, εφόσον αυτός προσέλθει και υποβάλει με δική του πρωτοβουλία την πληροφόρηση που απαιτεί ο Κώδικας Δεοντολογίας για την αξιολόγηση της ικανότητας αποπληρωμής των οφειλών του δανειολήπτη, εκτός εάν συντρέχει μία εκ των παραπάνω περιπτώσεων (1 έως 8).

3. Ποια είναι τα βήματα που πρέπει να κάνει ο οφειλέτης;

Ο δανειολήπτης καθώς και οι εγγυητές των οφειλών του, πρέπει να προβούν στα παρακάτω βήματα:

  1. Είσοδος στην ηλεκτρονική πλατφόρμα του Κώδικα Δεοντολογίας και δημιουργία αίτησης με χρήση των κωδικών taxisnet προς έναν μόνο χρηματοδοτικό φορέα ανά αίτηση.
  2. Εφόσον έχει προηγηθεί ενημέρωση της πλατφόρμας από το ίδρυμα για την επίδοση της «Ειδοποίησης», ο αιτών μπορεί να ενημερωθεί από την σχετική επιλογή στο μενού για την ύπαρξη της ειδοποίησης. Σε περίπτωση που υπάρχουν νέες ειδοποιήσεις εμφανίζεται μια κόκκινη ένδειξη, που τις υποδεικνύει.
  3. Στη συνέχεια γίνεται άρση του τραπεζικού απορρήτου.
  4. Ακολουθεί η άντληση δεδομένων και η συμπλήρωση στοιχείων που δεν υπάρχουν ήδη ηλεκτρονικά καταχωρημένα.
    Η ορθή και πλήρης συμπλήρωση των στοιχείων της αίτησης (με πλήρη καταγραφή όλων των οικονομικών και άλλων στοιχείων, δηλαδή όλων των εσόδων / εισοδημάτων από όλες τις πηγές ακόμα και μελλοντικών εσόδων καθώς και όλων των εξόδων που απαιτούνται για τη διαβίωση όλων όσων διαμένουν στο ίδιο σπίτι), καθώς και η επισύναψη όλων των απαιτούμενων δικαιολογητικών, αποτελεί υποχρέωση και είναι προς όφελος του δανειολήπτη.
    Αποτελεί, επίσης, ένα ιδιαιτέρως κρίσιμο σημείο διότι οποιοδήποτε ποσό χρημάτων περισσεύει (αφού καλυφθούν όλα τα έξοδα της οικογένειας), σημαίνει ότι θα πρέπει να δοθεί στο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα για την αποπληρωμή των δανείων.
    Στην περίπτωση εταιρείας ή επιχειρηματικής δραστηριότητας, τότε θα πρέπει να κατατεθούν και όλα τα οικονομικά της στοιχεία όπως και ένα επιχειρηματικό σχέδιο (business plan) για την τεκμηρίωση των εσόδων – εξόδων και την οικονομική πορεία της επιχείρησης.
    Σε περίπτωση ελλιπούς συμπλήρωσης των στοιχείων αυτών, τότε το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα δύναται να κατατάξει τον δανειολήπτη και εγγυητή στην κατηγορία του μη συνεργάσιμου δανειολήπτη. Αυτό σημαίνει ότι δεν συνεργάζεται για την παροχή των απαιτούμενων πληροφοριών, με σκοπό να διαπιστωθεί αν όντως έχει οικονομική αδυναμία ή αποτελεί στρατηγικό κακοπληρωτή. Μια τέτοια ανεπιθύμητη εξέλιξη θα δυσχεραίνει τη θέση του δανειολήπτη, καθώς θα διακόψει την διαδικασία ένταξής του στον Κώδικα Δεοντολογίας.
    Προς αποφυγή μίας τέτοιας δυσάρεστης για τον δανειολήπτη κατάστασης θα πρέπει να είναι συνεργάσιμος. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να δίνονται στο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα όλες οι σχετικές πληροφορίες χωρίς αυτό να μεταφράζεται σε υποχρέωση αποδοχής σε καθετί που ζητά το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, αφού αρκετά θέματα αποτελούν σημείο διαπραγμάτευσης μεταξύ πιστωτή και δανειολήπτη.
  5. Υποβολή οριστικής αίτησης.
  6. Αξιολόγηση της αίτησης από το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα.
  7. Μετά την ανωτέρω αξιολόγηση κάθε ίδρυμα παρέχει, χωρίς αυτό να θεωρείται νέα υπηρεσία προς τον δανειολήπτη (εδάφιο τρίτο και τέταρτο της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 4224/2013) που θεωρείται συνεργάσιμος, πρόταση μιας ή περισσότερων εναλλακτικών λύσεων ρύθμισης και, αν καμία εξ αυτών δεν συμφωνηθεί, λύση/εις οριστικής διευθέτησης.
  8. Αξιολόγηση της ανωτέρω πρότασης ρύθμισης από τον δανειολήπτη ο οποίος επιλέγει αν θα την αποδεχτεί ή αν θα την απορρίψει ή αν θα προτείνει εναλλακτική αντιπρόταση εντός δεκαπέντε (15) εργασίμων ημερών.
  9. Εφόσον ο αιτών έχει επιλέξει να κάνει αντιπρόταση, το Ίδρυμα οφείλει να την αξιολογήσει εντός ενός μήνα από την παραλαβή της και
    (α) είτε να συναινέσει με την αντιπρόταση
    (β) είτε να απαντήσει με «γραπτή επικοινωνία» ότι την απορρίπτει και ότι παραμένει ενεργή η αρχική του πρόταση, με τη βασική σχετική τεκμηρίωση
    (γ) είτε να υποβάλει νέα πρόταση, η οποία είναι η τελική.

Σε κάθε περίπτωση, το Ίδρυμα θα πρέπει να υποβάλει τελική πρόταση στην οποία να επισημαίνει αν αυτή περιλαμβάνει αποδοχή της αντιπρότασης του αιτούντα, διατήρηση της αρχικής πρότασης ή νέα πρόταση σε απάντηση της αντιπρότασης του αιτούντα.

Για να καθοριστεί η λύση ρύθμισης, εξετάζονται τα διαθέσιμα εισοδήματα (δηλ. έσοδα μείον (-) εύλογες δαπάνες διαβίωσης), καθώς και η περιουσία του δανειολήπτη όπως επίσης και όσων συνδέονται μαζί του π.χ. σύζυγος, εξαρτώμενα ενήλικα μέλη και η περιουσία των συνοφειλετών και εγγυητών του.

Η ρύθμιση οφειλών επιτυγχάνεται, μέσω διαπραγμάτευσης μεταξύ πιστωτή και δανειολήπτη. Η τράπεζα ή ο διαχειριστής δανείου δεν είναι δυνατό να λάβει από όλους τους ανωτέρω εμπλεκόμενους χρήματα που είναι λιγότερα από την αξία ρευστοποίησης όλων των περιουσιακών στοιχείων τους.

4. Πώς ορίζονται οι εύλογες δαπάνες διαβίωσης;

Οι εύλογες δαπάνες διαβίωσης προσδιορίζουν τα έξοδα που είναι αποδεκτό να έχει μια οικογένεια για να ζήσει επαρκώς. Αφού καλυφθούν οι δαπάνες αυτές, το οποιοδήποτε ποσό περισσεύει, μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την αποπληρωμή των χρεών προς τράπεζες και διαχειριστές δανείων.

Οι εύλογες δαπάνες διαβίωσης περιλαμβάνουν υποχρεωτικά τα ακόλουθα έξοδα:

  • διατροφής,
  • στέγασης στην 1η κατοικία, δηλ. παροχών ενέργειας και νερού, θέρμανσης, επισκευής και συντήρησης, επίπλων και οικιακού εξοπλισμού,
  • για είδη οικιακής κατανάλωσης και ατομικής φροντίδας (π.χ. καθαριστικά),
  • μόρφωσης, όπως ιδιωτικά σχολεία και φροντιστήρια τέκνων,
  • μεταφοράς (π.χ. όχημα, βενζίνη, εισιτήρια ΜΜΕ),
  • ένδυσης και υπόδησης,
  • υπηρεσιών επικοινωνίας (τηλέφωνο, Internet) και ταχυδρομείων,
  • υπηρεσιών κοινωνικής προστασίας,
  • οικονομικών υπηρεσιών (λογιστής κ.λπ.),
  • διατροφής τέκνου (π.χ. σε διαζευγμένους),
  • διαβίωσης προστατευόμενων / εξαρτώμενων μελών που διαμένουν στην ίδια 1η κατοικία (δηλ. υποστήριξη διαβίωσης συγγενών που συγκατοικούν),
  • ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης (γιατροί, φάρμακα, εξετάσεις κ.λπ.) σε τυπική βάση (δηλ. χωρίς να υπάρχει κάποια ειδική / μόνιμη ασθένεια ή πάθηση).

Οι ανωτέρω δαπάνες δεν θεωρείται εύλογο να ξεπερνούν τα όρια που παρουσιάζονται στον ακόλουθο πίνακα εύλογων δαπανών διαβίωσης της ΕΛΣΤΑΤ:

Τα ανωτέρω ποσά των εύλογων δαπανών διαβίωσης είναι «καθαρά», μετά την αφαίρεση των όποιων φόρων (όπως προκύπτουν στο εκκαθαριστικό σημείωμα της Εφορίας).

Πρόσθετα στις ανωτέρω δαπάνες, είναι εύλογο να προστίθενται και οι ακόλουθες δαπάνες, που προκύπτουν σε ειδικές / έκτακτες περιστάσεις:

  • φόροι και εισφορές,
  • δαπάνες ενοικίασης 1ης κατοικίας (σε περίπτωση που δεν διαθέτει ιδιόκτητη 1η κατοικία ή είναι αναγκασμένος να διαμένει σε άλλη πόλη, εξαιτίας της εργασίας του),
  • δαπάνες για σπουδαστικές ανάγκες φοιτητών (που αποτελούν εξαρτώμενα μέλη της οικογένειας), όπως έξοδα μετάβασης, διαμονής και διατροφής τους,
  • δαπάνες σοβαρών ασθενειών και παθήσεων, όπως για νοσηλεία και φάρμακα (π.χ. καρκινοπαθείς, ΑΜΕΑ) ή σε περίπτωση ατυχημάτων ή σε λοιπές ιδιάζουσες συνθήκες ή θανάτου,
  • δαπάνες αποκατάστασης ζημιών από φυσικές καταστροφές,
  • πρόστιμα,
  • δικαστικές αποφάσεις (π.χ. για διατροφή τέκνου).

Επιπρόσθετα οι εύλογες δαπάνες διαβίωσης μπορούν να λαμβάνουν υπόψη και τα ακόλουθα, μόνο σε ειδικές περιπτώσεις:

  • επιπλέον δαπάνες εστίασης (π.χ. διατροφή σε εστιατόριο κ.λπ.).
  • επιπλέον διαρκή αγαθά και συσκευές.
  • επιπλέον δαπάνες για κατανάλωση αλκοολούχων ποτών και καπνού, αεροπορικές μετακινήσεις, τουριστικές υπηρεσίες και υπηρεσίες αναψυχής, πολιτισμού και αθλητισμού.

Το κατά πόσο μια δαπάνη είναι εύλογη (δηλ. αν είναι όντως ανελαστική και θα πρέπει υποχρεωτικά να καλύπτεται) προκύπτει με 2 τρόπους:

  1. από τον πίνακα εύλογων δαπανών διαβίωσης της ΕΛΣΤΑΤ (βλέπε ανωτέρω), ο οποίος θέτει κάποια όρια ποσών σε ευρώ
  2. αν ξεπερνά τα ποσά του πίνακα ΕΛΣΤΑΤ, τότε θα πρέπει να αποδεικνύεται με συγκεκριμένα τεκμήρια / έγγραφα.
5. Ποιες είναι οι λύσεις που μπορούν να προκύψουν μέσα από την διαδικασία αυτή;

Τα ιδρύματα μπορούν να αναρτήσουν στην Πλατφόρμα κατά την αρχική και την τελική πρότασή τους διάφορους τύπους λύσεων ή συνδυασμό αυτών. Οι τύποι αυτοί είναι προκαθορισμένοι και μπορεί να προταθεί η ταυτόχρονη εφαρμογή παραπάνω από ενός τύπου λύσης προς τον αιτούντα. Οι τύποι αυτοί είναι:

Τύποι βραχυπρόθεσμων ρυθμίσεων: Πρόκειται για τύπους ρύθμισης με διάρκεια έως και δύο έτη που αφορούν σε περιπτώσεις όπου οι δυσκολίες αποπληρωμής κρίνονται, βάσιμα, προσωρινές. Σε αυτή την κατηγορία κατατάσσονται τα εξής:

  1. Κεφαλαιοποίηση Ληξιπρόθεσμων Οφειλών: H κεφαλαιοποίηση των ληξιπρόθεσμων οφειλών και η αναπροσαρμογή του προγράμματος αποπληρωμής του οφειλόμενου υπολοίπου.
  2. Τακτοποίηση Ληξιπρόθεσμων Οφειλών: Συμφωνία αποπληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών με προκαθορισμένο χρονοδιάγραμμα.
  3. Μειωμένη Δόση Μεγαλύτερη των Οφειλόμενων Τόκων: Μείωση της τοκοχρεωλυτικής δόσης αποπληρωμής σε επίπεδο που υπερβαίνει αυτό που αντιστοιχεί σε αποπληρωμή μόνο τόκων για καθορισμένη βραχυπρόθεσμη περίοδο.
  4. Καταβολή μόνο Τόκων: Κατά τη διάρκεια καθορισμένης βραχυπρόθεσμης περιόδου καταβάλλονται μόνο τόκοι.
  5. Μειωμένη Δόση Μικρότερη των Οφειλόμενων Τόκων: Μείωση της τοκοχρεωλυτικής δόσης αποπληρωμής σε επίπεδο μικρότερο από αυτό που αντιστοιχεί σε αποπληρωμή μόνο τόκων για καθορισμένη βραχυπρόθεσμη περίοδο. Οι ανεξόφλητοι τόκοι κεφαλαιοποιούνται ή διευθετούνται.
  6. Περίοδος Χάριτος: Αναστολή πληρωμών για προκαθορισμένη περίοδο. Οι τόκοι κεφαλαιοποιούνται ή διευθετούνται.

Τύποι μακροπρόθεσμων ρυθμίσεων: Αφορούν σε ρυθμίσεις με διάρκεια μεγαλύτερη των δύο ετών, με στόχο τη μείωση της τοκοχρεωλυτικής δόσης ή/και της δανειακής επιβάρυνσης, λαμβάνοντας υπόψη συντηρητικές παραδοχές για την εκτιμώμενη μελλοντική ικανότητα αποπληρωμής του δανειολήπτη μέχρι τη λήξη του προγράμματος αποπληρωμής. Πιο αναλυτικά πρόκειται για τις εξής περιπτώσεις:

  • Μείωση Επιτοκίου: Μείωση του επιτοκίου ή του επιτοκιακού περιθωρίου.
  • Παράταση Διάρκειας: Επιμήκυνση της διάρκειας αποπληρωμής του δανείου (δηλαδή μετάθεση της συμβατικής ημερομηνίας καταβολής της τελευταίας δόσης του δανείου για περισσότερα από δύο έτη).
  • Διαχωρισμός Οφειλής: Διαχωρισμός της οφειλής του δανειολήπτη σε δύο τμήματα:
    i) το τμήμα του δανείου, το οποίο ο δανειολήπτης εκτιμάται ότι μπορεί να αποπληρώνει, με βάση την υφιστάμενη και την εκτιμώμενη μελλοντική ικανότητα αποπληρωμής του, και
    ii) το υπόλοιπο τμήμα του δανείου, το οποίο τακτοποιείται μεταγενέστερα, με ρευστοποίηση περιουσίας ή άλλου είδους διευθέτηση, η οποία συμφωνείται εξ αρχής από τα δύο μέρη.
  • Μερική Διαγραφή Οφειλής : Οριστική διαγραφή μέρους της συνολικής απαίτησης του ιδρύματος, ώστε η εναπομένουσα οφειλή να διαμορφωθεί σε ύψος που εκτιμάται ότι είναι δυνατό να εξυπηρετηθεί ομαλά.
  • Λειτουργική Αναδιάρθρωση Επιχείρησης : Αναδιοργάνωση της επιχείρησης, ώστε να καταστεί βιώσιμη και ικανή για την ομαλή εξυπηρέτηση των οφειλών της. Η αναδιοργάνωση μπορεί να περιλαμβάνει ενέργειες όπως η αλλαγή διοίκησης, η πώληση περιουσιακών στοιχείων, ο περιορισμός του κόστους, ο εταιρικός μετασχηματισμός, η ανανέωση πιστωτικών ορίων ή/και η παροχή νέων δανείων.
  • Συμφωνία Ανταλλαγής Χρέους με Μετοχικό Κεφάλαιο : Μετατροπή μέρους της οφειλής σε μετοχικό κεφάλαιο, ώστε η εναπομένουσα οφειλή να διαμορφωθεί σε ύψος που εκτιμάται ότι είναι δυνατό να εξυπηρετηθεί ομαλά.

Τμήμα Λύσεων Οριστικής Διευθέτησης: Ως λύση οριστικής διευθέτησης ορίζεται οποιαδήποτε μεταβολή του είδους της συμβατικής σχέσης μεταξύ ιδρύματος και δανειολήπτη ή ο τερματισμός αυτής, με στόχο την οριστική τακτοποίηση της απαίτησης του ιδρύματος έναντι του δανειολήπτη. Η λύση αυτή μπορεί να συνδυάζεται με παράδοση (εθελοντική) στο ίδρυμα των πραγμάτων επί των οποίων έχει συσταθεί εμπράγματη ασφάλεια προς μείωση του συνόλου της απαίτησης ή ακόμα και με οικειοθελή εκποίηση των πραγμάτων επί των οποίων έχει συσταθεί εμπράγματη ασφάλεια προς τακτοποίηση της απαίτησης. Ενδεικτικές λύσεις που προσφέρονται στο πλαίσιο των διεθνών πρακτικών, η υιοθέτηση εκάστης εξ αυτών, όμως, τελεί υπό την επιφύλαξη των σχετικών προβλέψεων του ελληνικού δικαίου:

  • Λοιπές Εξωδικαστικές Ενέργειες: Οι εξωδικαστικές ενέργειες που δεν εμπίπτουν σε κάποια από τις παρακάτω κατηγορίες.
  • Εθελοντική Παράδοση Ενυπόθηκου Ακινήτου: O δανειολήπτης, ο οποίος δεν μπορεί να ανταποκριθεί στους όρους αποπληρωμής ενυπόθηκου δανείου, παραχωρεί οικειοθελώς (δηλαδή χωρίς να απαιτηθεί η προσφυγή σε δικαστικές ενέργειες από πλευράς του ιδρύματος) την κυριότητα του υπέγγυου ακινήτου στο ίδρυμα. Στη σχετική συμφωνία διατυπώνεται σαφώς ο τρόπος διευθέτησης του τυχόν υπολοίπου. Η εν λόγω λύση μπορεί να αφορά οικιστικό ακίνητο ή επαγγελματική στέγη.
  • Μετατροπή σε Ενοικίαση/Χρηματοδοτική Μίσθωση: O δανειολήπτης μεταβιβάζει την κυριότητα του ακινήτου στο ίδρυμα υπογράφοντας σύμβαση ενοικίασης/χρηματοδοτικής μίσθωσης, η οποία του εξασφαλίζει τη δυνατότητα μίσθωσης του ακινήτου για ορισμένη ελάχιστη χρονική περίοδο. Η εν λόγω λύση μπορεί να αφορά οικιστικό ακίνητο ή επαγγελματική στέγη.
  • Εθελοντική Εκποίηση Ενυπόθηκου Ακινήτου: O δανειολήπτης προβαίνει οικειοθελώς σε πώληση του υπέγγυου ακινήτου σε τρίτο με τη σύμφωνη γνώμη του ιδρύματος. Στην περίπτωση που το τίμημα της πώλησης υπολείπεται του συνόλου της οφειλής, το ίδρυμα προβαίνει σε διαγραφή της εναπομένουσας οφειλής. Η εν λόγω λύση μπορεί να αφορά οικιστικό ακίνητο ή επαγγελματική στέγη.
  • Διακανονισμός Απαιτήσεων: Εξωδικαστική συμφωνία κατά την οποία το ίδρυμα λαμβάνει είτε εφάπαξ καταβολή σε μετρητά (ή ισοδύναμα μετρητών) είτε σειρά προκαθορισμένων τμηματικών καταβολών. Στο πλαίσιο του διακανονισμού το ίδρυμα ενδέχεται να προβαίνει σε μερική διαγραφή της απαίτησης.
  • Υπερθεματιστής σε πλειστηριασμό: Το ίδρυμα υπερθεματίζει στον πλειστηριασμό αποκτώντας την κυριότητα του ενυπόθηκου ακινήτου ή άλλης εμπράγματης εξασφάλισης στο πλαίσιο ευρύτερης συμφωνίας οριστικής διευθέτησης της οφειλής με τη συναίνεση του δανειολήπτη.
  • Ολική Διαγραφή Οφειλής: To ίδρυμα αποφασίζει τη διαγραφή του συνόλου της οφειλής εφόσον δεν υπάρχουν ρευστοποιήσιμα στοιχεία και δεν αναμένεται περαιτέρω ανάκτηση.
  • Διατήρηση Υπάρχουσας Υλοποίησης: Χρησιμοποιείται στην περίπτωση που το Ίδρυμα δεν υποβάλει νέα πρόταση και παραμένει στην υπάρχουσα υλοποίηση.

Οι παραπάνω τύποι λύσεων χρησιμοποιούνται και στην τελική πρόταση του ιδρύματος.

6. Σε ποιες περιπτώσεις ο οφειλέτης χαρακτηρίζεται μη συνεργάσιμος;

Ως μη συνεργάσιμος μπορεί να χαρακτηριστεί ένας οφειλέτης όταν δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις επικοινωνίας και συνεργασίας προς το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα ή όποιον ενεργεί νομίμως για λογαριασμό του. Πιο αναλυτικά,  μπορεί να χαρακτηριστεί ως μη συνεργάσιμος ο οφειλέτης όταν ισχύει κάποιο/α από τα παρακάτω:

  • Δεν παρέχει πλήρη και επικαιροποιημένα στοιχεία επικοινωνίας (π.χ. αριθμό σταθερού ή κινητού τηλεφώνου, αριθμό φαξ, email, διεύθυνση κατοικίας και εργασίας).
  • Δεν είναι διαθέσιμος σε επικοινωνία και δεν ανταποκρίνεται με ειλικρίνεια και σαφήνεια σε κλήσεις και επιστολές του Χ.Ι. ή όποιου ενεργεί νομίμως για λογαριασμό του, αυτοπροσώπως είτε δια του αντικλήτου του, με κάθε πρόσφορο τρόπο, εντός 15 εργάσιμων ημερών.
  • Δεν προβαίνει, αυτοπροσώπως είτε δια του αντικλήτου του, σε πλήρη και ειλικρινή γνωστοποίηση πληροφοριών αναφορικά με την τρέχουσα οικονομική του κατάσταση, εντός 15 εργασίμων ημερών από την ημέρα μεταβολής της ή εντός 15 εργάσιμων ημερών από την ημέρα που θα ζητηθούν ανάλογες πληροφορίες .
  • Δεν προβαίνει, αυτοπροσώπως είτε δια του αντικλήτου του, σε πλήρη και ειλικρινή γνωστοποίηση πληροφοριών οι οποίες θα έχουν σημαντικές επιπτώσεις στη μελλοντική οικονομική του κατάσταση, εντός 15 εργάσιμων ημερών από την ημέρα που θα περιέλθουν σε γνώση του, όπως πλήρωση προϋποθέσεων λήψης επιδόματος, εμφάνιση νέων περιουσιακών στοιχείων που θα περιέλθουν στην κυριότητά του (π.χ. κληρονομιά), απώλεια κυριότητας περιουσιακών στοιχείων, ανακοινώσεις απόλυσης, καταγγελίες μισθώσεων, εξαγορά ασφαλιστικών προϊόντων, κέρδη οποιασδήποτε μορφής κ.ά.
  • Δεν συνεργάζεται με σκοπό τη διερεύνηση εναλλακτικής πρότασης για ρύθμιση σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στον Κώδικα Δεοντολογίας του Ν.4224/2013.
7. Ποιες οι συνέπειες του να χαρακτηριστεί κάποιος ως μη συνεργάσιμος;
  • Για φυσικά πρόσωπα: Σε περίπτωση που χαρακτηριστεί ο δανειολήπτης μη συνεργάσιμος και εφόσον είναι φυσικό πρόσωπο του οποίου διακυβεύεται ο εκπλειστηριασμός της μοναδικής κατοικίας του, ενημερώνεται από το Χ.Ι. εγγράφως ή ηλεκτρονικά εφόσον έχει συμφωνηθεί, εντός 15 ημερολογιακών ημερών από την ημερομηνία χαρακτηρισμού του.
  • Για νομικά πρόσωπα-πολύ μικρές επιχειρήσεις: η ενημέρωση για τον χαρακτηρισμό του δανειολήπτη ως μη συνεργάσιμου πραγματοποιείται κατά τον χρόνο καταγγελίας της σύμβασης ή νωρίτερα.

Οι νομικές συνέπειες και επιπτώσεις του χαρακτηρισμού ενός δανειολήπτη ως μη συνεργάσιμου είναι:

  • η δρομολόγηση από το Χ.Ι. των νόμιμων ενεργειών για την ικανοποίηση των απαιτήσεών του, π.χ.: καταγγελία, έκδοση διαταγής πληρωμής, λήψη ασφαλιστικών μέτρων, αναγκαστική κατάσχεση της κινητής ή ακίνητης περιουσίας, συμπεριλαμβανομένου του ακινήτου που αποτελεί τη μοναδική κατοικία του δανειολήπτη, καθώς επίσης και των απαιτήσεων κατά τρίτων, εκποίηση τυχόν εξασφαλίσεων που έχουν παρασχεθεί από εγγυητές και τρίτα πρόσωπα,
  • ο κίνδυνος αποκλεισμού από ειδικές ευεργετικές διατάξεις της νομοθεσίας,
  • ο κίνδυνος αποκλεισμού από πιθανά πλεονεκτήματα που ο δανειολήπτης θα μπορούσε να έχει εάν συνεργαζόταν με την τράπεζα για την εξεύρεση κατάλληλης λύσης.
8. Ποιες επιλογές κατά του χαρακτηρισμού του ως μη συνεργάσιμου διατηρεί ο οφειλέτης;

Ένας δανειολήπτης που έχει κατηγοριοποιηθεί ως μη συνεργάσιμος, έχει τη δυνατότητα να προσφύγει στη Διαδικασία εξέτασης ενστάσεων (Δ.Ε.Ε.) (εξωσυστημική διαδικασία) για να υποβάλει ένσταση επί της διαδικασίας που οδήγησε στον χαρακτηρισμό του ως μη συνεργάσιμο. Η προσφυγή μπορεί να γίνεται μία φορά κάθε φορά εφαρμογής της Διαδικασίας Επίλυσης Καθυστερήσεων (Δ.Ε.Κ.).

Εφόσον ο αιτών προβεί σε ένσταση η οποία γίνει δεκτή, το Ίδρυμα θα μπορεί μέσα από το περιβάλλον της Πλατφόρμας, να επαναφέρει την αίτηση στο στάδιο που θα επιλέξει.

Από το στάδιο αυτό και έπειτα η διαδικασία συνεχίζεται όπως περιγράφεται παραπάνω.

9. Τι προβλέπεται σε περίπτωση που δεν υπάρξει συμφωνία;

Εάν τα μέρη εξαντλήσουν τη διαδικασία του Κώδικα Δεοντολογίας, περιλαμβανομένης της διαδικασίας ενστάσεων, χωρίς να συμφωνήσουν τελικώς σε κοινά αποδεκτή λύση, αρμόδια είναι τα δικαστήρια, χωρίς βεβαίως να αποκλείεται το δικαίωμα του δανειολήπτη να ζητήσει τη διαμεσολάβηση του Συνηγόρου του Καταναλωτή, όπως προβλέπεται στην παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 4224/2013.

Scroll to Top
Μετάβαση στο περιεχόμενο