Δ.Τ.: Χαιρετισμός του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών κ. Θόδωρου Σκυλακάκη στην εκδήλωση του Υπουργείου Οικονομικών με θέμα: «Ελληνική Οικονομία: Ανθεκτικότητα – Πρόοδος – Προοπτική»

Την τετραετία της διακυβέρνησής μας, με τις πολιτικές που ακολουθήσαμε και τις μεταρρυθμίσεις που πραγματοποιήσαμε, πετύχαμε, παρά τις τεράστιες, εξωγενείς κρίσεις που αντιμετωπίσαμε, πολύ σημαντικές οικονομικές επιδόσεις. Θυμίζω είχαμε την πανδημία, την ενεργειακή – πληθωριστική κρίση, που συνδυάστηκε με τον πόλεμο στην Ουκρανία και την εξ Ανατολών απειλή. Το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 25 δισ. ευρώ, το δημόσιο χρέος μειώθηκε κατά 15 μονάδες, σε σχέση με το 2018 ως ποσοστό του ΑΕΠ και οι επενδύσεις αυξήθηκαν κατά 45%, κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησής μας. Ταυτόχρονα, είχαμε μια ραγδαία μείωση της ανεργίας που προσεγγίζει τα προ των μνημονίων επίπεδα. Τα πετύχαμε αυτά, ανατρέποντας την ιδεοληπτική και καταστροφική, οικονομική πολιτική των προκατόχων μας, η οποία στηριζόταν στην υπέρογκη φορολογία της εργασίας και του κεφαλαίου και σε μια απροκάλυπτη εχθρότητα προς την ιδιωτική πρωτοβουλία και την επιχειρηματικότητα. Η σημερινή αξιωματική αντιπολίτευση δεν αντιλαμβανόταν – πολύ φοβάμαι ούτε και τώρα αντιλαμβάνεται – πώς λειτουργεί η οικονομία, ότι είναι ένα δυναμικό σύστημα, που η πορεία του καθορίζεται από τα κίνητρα που έχουν οι άνθρωποι για δουλειά και για δημιουργία. Γι’ αυτό και τη χρησιμοποίησε ως πεδίο εκτόνωσης καταστροφικών ιδεοληψιών, κάτι που πλήρωσε πανάκριβα ο ελληνικός λαός, με την περιπέτεια του 2015 και την εξοντωτική φοροεπιδρομή που ακολούθησε.

Απεναντίας εμείς, με τα κίνητρα που δώσαμε, βελτιώσαμε όλους τους δείκτες αποτελεσματικότητας της οικονομίας. Και αυτό, παρά το γεγονός ότι αναγκαστήκαμε να πραγματοποιήσουμε τεράστιες δημόσιες δαπάνες για να αντιμετωπίσουμε, όπως προανέφερα τρεις από τις μεγαλύτερες κρίσεις της σύγχρονης ιστορίας μας. Προπαντός, προς όφελος των ευάλωτων νοικοκυριών και της μεσαίας τάξης, που είδαν βοήθεια σε μισθούς και συντάξεις και με τη μορφή έκτακτων ενισχύσεων. Είδαν, επίσης, μεγάλες μειώσεις στη φορολογία και στις ασφαλιστικές εισφορές. Και είδαν, οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις πολύ αποτελεσματική βοήθεια από το Κράτος, όταν βρέθηκαν σε ανάγκη. Αναφέρω ενδεικτικά την επιστρεπτέα προκαταβολή.

Έχουμε ολοκληρώσει 13 επιτυχημένες αξιολογήσεις από τους θεσμούς και έχουμε πετύχει 12 αναβαθμίσεις. Όλα αυτά τα κάναμε ακολουθώντας μια συνετή και σοβαρή δημοσιονομική πολιτική.

Τα στοιχεία που θα ανακοινωθούν για το δημοσιονομικό αποτέλεσμα του 2022 θα είναι κατά 1% του ΑΕΠ, τουλάχιστον, καλύτερα από αυτά που είχαμε βάλει στην εισηγητική έκθεση του προϋπολογισμού του 2023. Και θέτουν τις προϋποθέσεις για να πετύχουμε με ασφάλεια και τους δημοσιονομικούς στόχους του 2023, αλλά και των επόμενων ετών. Κάτι που ανοίγει, ήδη, την πόρτα για την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας.

Σ’ αυτήν την κατεύθυνση, σίγουρα είναι πολύτιμο το εργαλείο του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, του οποίου έχω την τιμή να έχω τη βασική πολιτική ευθύνη.

Η Ελλάδα, σήμερα, πρωτοπορεί στην αξιοποίηση αυτού του αναπτυξιακού εργαλείου. Έχουν, ήδη, μπει στα Ταμεία του Κράτους, με τα επιτυχημένα αιτήματα πληρωμής και την προκαταβολή, πάνω από 11 δισ. ευρώ. Και έχουν ξεκινήσει τεράστιες επενδύσεις, δημόσιες και ιδιωτικές, αξιοποιώντας τους πόρους αυτούς. Χαρακτηριστικά αναφέρω ότι έχουμε πάνω από 267 διαγωνισμούς που είναι σήμερα σε εξέλιξη ή ολοκληρώνονται. Και στο σκέλος των δανείων, ο συνολικός προϋπολογισμός των επενδυτικών σχεδίων που έχουν υποβληθεί ξεπερνά τα 13 δισ. ευρώ, εκ των οποίων έχουν συμβασιοποιηθεί, ήδη, σχέδια συνολικού προϋπολογισμού περί τα 5,5 δισ. ευρώ.

Το Ταμείο αυτό έχει εξαιρετικά αυστηρά, πολλαπλά συστήματα ελέγχου, τα οποία έχουμε θεσπίσει. Και, κατά τη γνώμη μου, θα μπορέσει να βοηθήσει πολύ περισσότερο κατά τα επόμενα χρόνια, όταν ο τεράστιος όγκος αυτών των επενδύσεων, θα μπαίνει, σταδιακά, στην οικονομία.

Στις 30 Μαρτίου υποβάλαμε αίτημα στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή για διεκδίκηση Ευρωπαϊκών δανειακών πόρων ύψους 5 δισ. ευρώ, στο πλαίσιο του REPowerEU, που θα πάνε στο ίδιο επιτυχημένο εργαλείο και αναγνωρισμένο Ευρωπαϊκά, που έχουμε δημιουργήσει.

Ολοκληρώνοντας, το μέλλον της ελληνικής οικονομίας εξαρτάται όχι τόσο από τις οικονομικές επιδόσεις. Εκεί τα έχουμε πάει εξαιρετικά καλά. Εξαρτάται περισσότερο από τον πολιτικό κίνδυνο. Και το δίλημμα που ανοίγεται μπροστά μας και την απάντηση θα έχουμε μέσα στους επόμενους μήνες, είναι ξεκάθαρο: οπισθοδρόμηση, αστάθεια, πειραματισμοί και ιδεοληψίες ή πολιτική σταθερότητα, μεταρρυθμίσεις και ανάπτυξη; Η επιτυχημένη πορεία που διαγράφει τα τελευταία χρόνια η ελληνική οικονομία μπορεί και πρέπει να συνεχιστεί. Ένα καλύτερο μέλλον ανοίγεται μπροστά μας και είναι στο χέρι μας να το κάνουμε πραγματικότητα.

Δελτίο Τύπου

Scroll to Top
Μετάβαση στο περιεχόμενο